Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jazz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jazz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Don't Explain





 Hush now don't explain
I know you raise Cain
I'm glad you're back
Don't explain

Quiet, don't explain
You mixed with some dame
Skip that lipstick
Don't explain

You know that I love you and what love endures
All my thoughts are of you
For I'm so completely yours
Cry to hear folks chatter, and I know you cheat
But right and wrong don't matter when you're with me sleep

Hush now, don't explain
You're my joy and pain
My life's yours love
Don't explain


Hellen Merrill ''Don't explain''

''...Ενας πελώριος ήχος.. "






«Πάντα ήταν στιβαρός και εύσωμος, κι όταν πια είχε πατήσει τα τριάντα, ήταν λες και το σώμα του έψαχνε ευκαιρία να διογκωθεί ακόμη περισσότερο. Καθώς περνούσε ο καιρός, το σώμα του και ο ήχος του σχεδόν εξομοιώθηκαν: μεγάλα, βαριά, στρογγυλά. Τον έβλεπες ζωντανά στη σκηνή και πρόσεχες πλέον το στρογγυλό στομάχι, τις σακούλες κάτω απ τα μάτια του, το στρογγυλό του πρόσωπο- δεν υπήρχαν πουθενά γωνίες. Όταν έπαιζε, τα μάτια του γυρνούσαν προς τα μέσα, ο λαιμός και τα μάγουλα φούσκωναν σα να επρόκειτο να γίνει μια τέλεια σφαίρα.



Πάντα του άρεσε να παίζει αργά, και τώρα οι κινήσεις του είχαν επιβραδυνθεί σε βαθμό που υπήρχε πλέον απόλυτη αρμονία ανάμεσα στο πώς ήθελε να κινηθεί το σώμα του και τι ήχο παρήγαγε. Έπαιζε τις μπαλάντες τόσο αργά, που άκουγες το χρόνο να τον πλακώνει με το βάρος του. 







Κατά κάποιον τρόπο, όσο πιο αργά έπαιζε, τόσο το καλύτερο.  Είχε ζήσει μια μεγάλη ζωή και υπήρχαν πολλά που χρειάζονταν να μπουν σε κάθε νότα. 





Κι από την άλλη, υπήρχε ένα κομμάτι του που δεν είχε μεγαλώσει ποτέ, είχε τα συναισθήματα ενός μικρού αγοριού και καμιά φορά απλά μυξόκλαιγε μέσα στο κόρνο έτσι που, ακόμη κι όταν έπαιζε κάτι απλό και όμορφο, μπορούσε να σου ξεριζώσει την καρδιά.   Είχε έναν πελώριο ήχο, κι όταν τον άκουγε κανείς να καλοπιάνει αυτόν τον ήχο και να τον μετατρέπει σε κάτι τόσο απαλό, ήταν σα να βλέπει τον κτηνοτρόφο να κρατάει το νεογέννητο ζώο όλο προσοχή στα χέρια του, ή σαν κάποιον χτίστη που προσφέρει λουλούδια στη γυναίκα που αγαπάει. 




Στο ‘’
Cottontail’’ έχει έναν ήχο σαν τη γροθιά του παλαιστή, αλλά παίζει την μπαλάντα λες κι είναι ένα πλάσμα τόσο εύθραυστο, τόσο ψυχρό κι ετοιμοθάνατο, που μόνο η ζέστη μιας ανάσας μπορεί να το επαναφέρει στη ζωή, τόσο αδύναμο, που ακόμη κι αυτή η ανάσα, μοιάζει ανεμοθύελλα»






Ο Ben Webster ( 27.03. 1909 - 20.09.1973)
μέσα απ΄το βλέμμα του
Geof Dyer στο εξαιρετικό   "Κι όμως... όμορφα"  










Kind of Blue..



"Τη χρονιά που γεννήθηκα το Σεντ Λούις χτυπήθηκε από ένα φοβερό ανεμοστρόβιλο που σάρωσε τα πάντα. Ο ανεμοστρόβιλος εκείνος μου άφησε κάτι από τη βίαιη δημιουργικότητά του. Χρειάζεται δυνατό φύσημα, ξέρετε, για να παίξει κανείς τρομπέτα. Πιστεύω στο μυστήριο και το υπερφυσικό, κι ένας ανεμοστρόβιλος είναι σίγουρα και τα δυο"... 



 διηγείται ο Μάιλς Ντέιβις στην αυτοβιογραφία του.

Κι όταν εκείνος έπαιζε την τρομπέτα του ήταν «ανεμοστρόβιλος». Κι ο ήχος ήταν και μυστήριος και υπερφυσικός. 




Ο Miles Davis ήταν ένας διορατικός άνθρωπος. Μια σπουδαία προσωπικότητα στη ιστορία της τζαζ. Γεννήθηκε στης 29 Μαίου του 1926 στο ΄Αλτον του Ιλινόις, μια μικρή κωμόπολη στην πάνω μεριά του ποταμού Μισισιπή, κάπου 25 μίλια βόρεια από το ανατολικό Σαιντ Λούις, από ευκατάστατη οικογένεια. 

Ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος και η μητέρα του, μια όμορφη γυναίκα, πιανίστρια των μπλουζ. 
Το πρώτο του σχολείο ήταν το Τζων Ρόμπινσον για να συνεχίσει στο γυμνάσιο Λίνκολν, όπου ο δάσκαλος μουσικής Έκγουντ Μπιουκάναν, του έκανε μαθήματα τρομπέτας, έχοντας καταλάβει πόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη του να παίξει. Έκανε τοπικές περιοδείες με τη μπάντα του Billy Eckstine’s όταν ήταν ακόμα στο γυμνάσιο. 


Το 1944 πήγε στη Ν.Υ. προφασιζόμενος σπουδές στοJulliard School of Music, αλλά ο αληθινός στόχος ήταν να δουλέψει μαζί με τον Charlie Parker και Dizzy Gillespie. 

Αναρριχήθηκε πάρα πολύ γρήγορα μαθαίνοντας από αυτούς τους δύο σπουδαίους ανθρώπους της τζαζ, και έγινε δεξιοτέχνης της τρομπέτας και του φλούγκελχορν, παραμένοντας στην μπάντα του Parker για 3 χρόνια.





Το 1949 φτιάχνει μια δικιά του ορχήστρα που πήρε το όνομα "Miles Davis All Stars" θέτοντας τη τζαζ σε νέα κατεύθυνση. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν σαν επικεφαλής ορχήστρας. 
Μαζί με τον Gil Evans έφτιαξε μια μπάντα 9 ατόμων χρησιμοποιώντας μη παραδοσιακά όργανα της τζαζ, όπως το κόρνο και τη τούμπα. 


Εφεύρε ένα πιο χαμηλότονο στιλ, που γνώρισε στον κόσμο σαν ήρεμη τζαζ (cool jazz). 

Αυτό το στιλ επηρέασε μεγάλο αριθμό γκρουπ που έπαιζαν στη δυτική ακτή. 
Οι ηχογραφήσεις στη Capitol records που βγήκαν με τον τίτλο "The Birth of the Cool" το 1949 προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση. Στο γκρουπ συμπεριλαμβάνονταν επίσης και οι LeeKonitz, Gerry Mulligan και Max Roach. 
Ο Μάιλς έφερνε νέα πράγματα τόσο σε επίπεδο ήχου όσο και σε επίπεδο οργάνωσης του γκρουπ που ενοχλούσαν πολλούς, όπως το να φέρνει μουσικούς κάθε εθνικότητας. 

Ο ίδιος έλεγε ότι, θα έδινε δουλειά και σε έναν άνδρα με πράσινο δέρμα μόνο αν μπορούσε να παίξει το σαξόφωνό του τόσο καλά όσο και ο Lee Konitz. Μετά από πάλη τεσσάρων ετών με τα ναρκωτικά, κατάφερε να βγει νικητής, επηρεασμένος από την αυτοπειθαρχία του μποξέρ Sugar Ray Robinson.



«Ήταν πάντοτε ένα δώρο για μένα να ακούω μουσική με τον τρόπο που την ακούω. Δεν ξέρω από που έρχεται αυτό ξέρω όμως ότι είναι εκεί και δε το ψάχνω.»



Μετά από μια φανταστική εμφάνιση στο κλασικό Round Midnight του Thelonious Monk’s στο φεστιβάλ Newport Jazz Festival, ο Μάιλς έγινε περιζήτητος. Σχημάτισε ένα κουιντέτο με τους: John Coltrane, Red Garland, ‘’Philly Joe’’ Jones, και Paul Chambers. 



Ο Μάιλς είχε το χάρισμα να ακούει βαθιά μέσα του τη μουσική και να κατασταλάζει στο στιλ που ήθελε. Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50 έκανε διάσημη τη Modal jazz ανοίγοντας νέους δρόμους για μια ακόμα φορά, ηχογραφώντας δύο από τα κλασικότερα άλμπουμ όλων των εποχών στην ιστορία της τζαζ, το "Milestones" το 1958 και το "Kind of Blue" το 1959. 

Εν συνεχεία τα άτομα του γκρουπ χωρίστηκαν για να φτιάξουν τα δικά τους σημαντικά σχήματα που έγραψαν με τη σειρά τους τη δική τους ιστορία στο χώρο της τζαζ, όπως: ο John Coltrane, ο Cannonball Adderly, ο Red Garland, ο ‘’Philly’’ Jo Jones, ο Bill Evans, ο Wayne Shorter, ο Joe Zawinul, οKeith Jarrett, ο Tony Williamw, ο Herbie Hancock, ο John McGlaughlin, ο Chick Corea, ο John Scofield, ο Kenny Garrett, ο MikeStern και ο Bob Berg. 

Το 1955 σε μια περιοδεία του στο Παρίσι γνωρίζεται (μέσω της Ζυλιέτ Γκρεκό) με το Λουί Μαλ ο οποίος του ζητάει να γράψει τη μουσική για την ταινία "Ασανσέρ για δολοφόνους" ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1958 από την Κολούμπια με τον τίτλοJazz Track. ‘Ηταν η πρώτη φορά που ο Μάιλς καταπιάνεται με μουσική για τον κινηματογράφο και μάλιστα με τόση επιτυχία, θα ακολουθήσουν και άλλες όπως η Siesta (1987) της Mary Lampert σε συνεργασία με τον Marcus Miller (δίσκος αφιερωμένος στον GilEvans).

Μια από της σπουδαιότερες συνεργασίες του Μάιλς ήταν εκείνη με τον Gil Evans, καρπός της οποίας ήταν το "Sketches of Spain" το 1967, (ο δίσκος προέκυψε από τη σύνθεση του Χουακίν Ροντρίγκο "Concierto de Aranjuex") στο οποίο ο Μάιλς παίζει ισπανικό φλαμένκο συνεπικουρούμενος από ορχήστρα, ο τόνος του είναι τόσο όμορφος που ακούγεται σαν η τρομπέτα να τραγουδάει από μόνη της. 

Μετά από πειραματισμούς με διάφορα γκρουπ για 3 χρόνια ο Μάιλς διανύοντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής του δημιούργησε ένα γκρουπ μουσικών φέρνοντας για άλλη μια φορά νέες ιδέες στο χώρο της τζαζ. Το 1963 έφτιαξε το δεύτερο μυθικό κουιντέτο με τους:Wayne Shorter, Herbie Hancock, Ron Carter, και τον δεκαεξάχρονο Tony Williams. 

Για 5 χρόνια το γκρουπ αυτό άνοιξε νέους ορίζοντες βάζοντας ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη μουσική τζαζ. Το 1968 ο Μάιλς έφερε το Joe Zawinul και άρχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρικά όργανα. Έφτιαξε το κλασικό "In a Silent Way" το 1967 και ένα χρόνο αργότερα πρόσθεσε το Βρετανό κιθαρίστα JohnMcGloudhlin και αντικατέστησε τον Tony Williams (που έφυγε για να φτιάξει τη δική του μπάντα) με τον Jack DeJohnette, βάζοντας τη τζαζ σε νέα κατεύθυνση με το δίσκο "Bitches Brew" το 1969 στον οποίο ένωσε τη μουσική ροκ με τη τζαζ εισχωρώντας στα μονοπάτια της ηλεκτρονικής μουσικής. 
Αυτός ο δίσκος εξαπέλυσε την πρώτη βολή για την επαναστατική ένωση και πήγε τη τζαζ σε ένα καινούργιο επίπεδο διασημότητας πουλώντας πιο γρήγορα από κάθε άλλο άλμπουμ στην ιστορία της τζαζ. 

«Αυτά που παίξαμε στο "Bitches Brew" δεν μπορείς να τα γράψεις για να τα παίξει ορχήστρα. Όλη η ηχογράφηση ήταν ένας αυτοσχεδιασμός» σημειώνει στην αυτοβιογραφία του ο Μάιλς. 


Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 συνέχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρικά όργανα. Το 1976 ο συνδυασμός κακής υγείας και χρήσης κοκαΐνης καθώς και η απώλεια έμπνευσης είχε σαν αποτέλεσμα την αποχώρησή του για 3 χρόνια από τη μουσική σκηνή. Καταφέρνοντας να ελέγξει τη χρήση κοκαΐνης επανήλθε φτιάχνοντας μια σειρά δίσκων, ανοίγοντας νέους ορίζοντες, μη επαναπαυόμενος στις δάφνες του και στην παλιά του μουσική. Άρχισε να πειραματίζεται πιο πολύ με συνθεσάιζερ κάνοντας χρήση των τεχνικών δυνατοτήτων του στούντιο στις ηχογραφήσεις του. Κέρδισε μια σειρά βραβείων Grammy τη δεκαετία του ’80 και συνέχισε να ανακαλύπτει ομότεχνούς του όπως ο Garrett Stern και ο Berg. Ο Μάιλς Ντέιβις πέθανε το 1991 αφήνοντας ένα σημαντικότατο έργο που σφράγισε ανεξίτηλα την ιστορία της τζαζ.













Δεν θα φοβηθεί ποτέ κανέναν πειραματισμό...

«Ήμασταν κάτι σαν επιστήμονες του ήχου» περιγράφει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του. «Και η πόρτα να έτριζε μπορούσαμε να πούμε ακριβώς τι νότα ήταν ο ήχος».





«Επιστήμονας του ήχου» ο Μάιλς Ντέιβις υπήρξε και είναι ακόμη μία από τις σημαντικότερες φιγούρες στην ιστορία της τζαζ και μαζί με τον Τσάρλι Πάρκερ «γέννησαν» το bebop τη δεκαετία του ’40. Ο αυτοσχεδιασμός ήταν στο αίμα του και οι πειραματισμοί του πολλοί.
Τη δεκαετία του ’70 κατέληξαν σε ένα νέο μουσικό είδος το «fusion» μία μαγική μίξη τζαζ και ροκ. Στην καριέρα του συνεργάστηκε με τους κορυφαίους Charlie Parker, Charles Mingus, Gil Evans, Gerry Mulligan, John Coltrane, Herbie Hancock.






Ο πιο επιτυχημένος εμπορικά δίσκος του είναι το «Bitches Brew» ωστόσο αυτοί που σίγουρα ξεχωρίζουν είναι το «Kind of Blue» και το «Sketches of Spain» χωρίς τους οποίους, όπως κάποιος μελετητής του έργου του έγραψε... ο κόσμος ολόκληρος θα ήταν πιο θλιβερός.
Κι έγινε λίγο, όταν στις 28 Σεπτέμβρη του 1991, ο «μάγος» της τζαζ έφυγε από τη ζωή.
---

Miles Davis  26 Μαϊου 1926 -28 Σεπτ.1991      
Πηγές  εδώ 
   και εδώ

Almost blue ..




 "...Στα είκοσί του ο τρομπετίστας Τσετ Μπέικερ μοιάζει με τον Τζέιμς Ντιν· ήδη όμως στο βάθος είναι ένα είδος Βερλέν: πάνω απ' όλα η μουσική και από κάτω τα σκουπίδια - ναρκωτικά αντί για αψέντι. Απόλυτη λεπτότητα στην έκφραση που κρέμεται από μια κλωστή. Δεν κυνηγάει με μαχαίρι τις διαδοχικές γυναίκες του, τις χτυπάει. Κι αυτές δεν τον εγκαταλείπουν. Βρίζει τους μουσικούς που τον συνοδεύουν όταν δεν τους κλοτσάει. Κι αυτοί, συνήθως, ξαναγυρίζουν.
Τον Τσετ τον αγαπούν, παρά τη θέλησή του, για τις στιγμές που προσφέρει, τις συγκινήσεις που ξυπνάει.
"Είναι εύκολο να τον αγαπήσει κάποιος γι' αυτά που παίζει, είναι δύσκολο γι' αυτά που ζει.
Δεν διαλέγουμε όμως υποχρεωτικά ανάμεσα στα δύο.
Τον αγαπάμε ".


James Gavin στη βιογραφία του Baker με τίτλο    "La Longue Nuit de Chet Baker "



Η ζωή αυτού του μουσικού που γεννήθηκε το 1929 και πέθανε το 1988, είναι η θλιβερή εποποιία αυτού που ο Μπάροουζ ονόμαζε «ο εκθαμβωτικός πανηγυριτζής με τη σύριγγα».
Στην Ιταλία, το 1959, ο Τσετ έφτανε να «χτυπήσει» 40 φορές μέσα σε 24 ώρες.
Ο Τζέιμς Γκάβιν περιγράφει τα πάντα με ακρίβεια και λεπτομέρειες που εντυπωσιάζουν. Θα έλεγε κανείς πως ανασκαλεύει τα γεγονότα για να εκδικηθεί για τις απογοητεύσεις του. Η ανάγνωση της βιογραφίας του, για κάποιον που αγαπάει τον Τσετ Μπέικερ, γρήγορα μετατρέπεται σε μυστικιστική εμπειρία. Διατρέχοντας τους κύκλους της αθλιότητας σιγά σιγά εξαγνίζεται όσο προχωράει προς τον τελικό, ουσιαστικό σκοπό: τη μουσική.

[...]
Από ηθική άποψη σήμερα ο Μπέικερ θα ήταν παράδειγμα προς αποφυγή. Δεν παύει ωστόσο διαρκώς να είναι ένα είδος φοίνικα: από τη φυλακή στην καλλιτεχνική αποτυχία αναγεννιέται, πολλές φορές, με τους ήχους του και μέσω αυτών. Στη διαδρομή του συναντάει πολλούς από τους μεγάλους της τζαζ. Τη δεκαετία του '50 είναι ένας ιδιοφυής τρομπετίστας στο πλάι του Τσάρλι Πάρκερ. Οι μαύροι μουσικοί ωστόσο τον σιχαίνονται. Η κριτική, παθιασμένη με το hard-bop, τον αντιμετωπίζει σαν ατελές αντίγραφο του Μάιλς Ντέιβις ή σαν καλλιτέχνη του βαριετέ. Δεν έχει καταλάβει τίποτε από το νέο, υβριδικό είδος που ο Μπέικερ φέρνει στη μουσική σκηνή. Ακολουθεί η ευρωπαϊκή του πορεία, στη Γαλλία και περισσότερο στην Ιταλία. Είναι η σκοτεινότερη - και η καλύτερη: σε duo ή σε trio, τραγουδώντας αδύναμα ή παίζοντας σιγανά την τρομπέτα του, ο Τσετ συναντάει επιτέλους τη σπάνια ιδιοφυΐα του: ένα όνειρο, μέσα στο κενό ενός δωματίου, που οδηγεί στον παράδεισο με μία και μοναδική νότα....."



Chet Baker by Ismael Vicedo









-------


Από τους καλύτερους τρομπετίστες της τζαζ, μ' έναν μύθο να τον περιτριγυρίζει από τα πρώτα του βήματα, ο Chet Baker ανήκει στην ομάδα των μουσικών που ο χρόνος που περνάει, ενισχύει ακόμα περισσότερο τη θετική εικόνα του κόσμου γι' αυτούς.

Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1929 στο Yale της Οκλαχόμα και εκτός από τρομπετίστας με επιρροές από τον Miles Davis, παράλληλα με τον τρόπο που χειριζόταν την τρομπέτα και τον γνωστό εθισμό του στα ναρκωτικά, ήταν και ένας χαρισματικός τραγουδιστής, που όμως δεν αξιοποιούσε συχνά αυτό το ταλέντο του.



Chet Baker by Cloud9Hunter




Ο Chet πέθανε στις 13 Μαΐου 1988, πέφτοντας από το παράθυρο του ξενοδοχείου όπου έμενε στην πόλη του Αμστερνταμ. Ηταν 58 ετών, αλλά είχε προλάβει να ηχογραφήσει μεγάλο σε αριθμό υλικό τραγουδιών, που βοήθησε στη συνέχεια να εκτιμηθεί το μέγεθος της αξίας του.

Σε ηλικία 10 ετών μετακομίζει με τους γονείς του στο Glendale της Καλιφόρνιας, μια μικρή πόλη όπου η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή των κατοίκων της.

Σε ηλικία 18 ετών επιστρέφει ύστερα από δύο χρόνια υπηρεσίας σε στρατιωτική μονάδα της Γερμανίας, όπου έπαιζε μουσική στη στρατιωτική μπάντα της μονάδας, και παράλληλα με τις μουσικές του σπουδές, τριγυρίζει στα διάφορα κλαμπ του Σαν Φρανσίσκο.

Εκεί θα γνωρίσει τον μεγάλο σαξοφωνίστα Charlie Parker, ο οποίος θα τον επιλέξει για την μπάντα του, που θα έκανε περιοδεία στην Καλιφόρνια εκείνη την εποχή. Λέγεται μάλιστα ότι τηλεφώνησε αμέσως στους φίλους του στη Νέα Υόρκη, Miles Davis και Dizzy Gillespie, λέγοντάς τους ότι υπάρχει εδώ ένας νεαρός λευκός τρομπετίστας που θα σας δημιουργήσει προβλήματα με το ταλέντο του.

Επειτα από λίγες εβδομάδες, ο Baker, που ήταν τότε 22 ετών και είχε παίξει, εκτός του Parker, και με τον Stan Getz, θα προσχωρήσει στο διάσημο κουαρτέτο ενός άλλου σαξοφωνίστα, του Gerry Mulligan, με το οποίο θα κάνει τις πρώτες του ηχογραφήσεις παίζοντας και τραγουδώντας.

Ανάμεσα στις ηχογραφήσεις του με το κουαρτέτο του Mulligan ήταν και το εκπληκτικό σόλο του στο My Funny Valentine, που θεωρείται το τραγούδι που προσδιορίζει το ταλέντο του.

Σύντομα η φυσική ομορφιά του προσώπου του προσελκύει τους παραγωγούς του Χόλιγουντ και εμφανίζεται στην ταινία Hell's Horizon, δίπλα στους John Ireland και Maria English.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του θα κερδίσει για τρεις συνεχόμενες χρονιές τα βραβεία του καλύτερου τρομπετίστα σε περιοδικά της τζαζ, όπως το «Downbeat» και το «Metronome» ξεπερνώντας στη λίστα ονόματα όπως οι Miles Davis, Clifford Brown και Dizzy Gillespie. Την ίδια περίοδο θα αρχίσει να τραγουδάει στις ηχογραφήσεις που έκανε για την εταιρεία Riverside, με τον Russ Freeman να τον συνοδεύει συχνά με το πιάνο του, και το 1955 θα είναι στην τέταρτη θέση του δημοψηφίσματος του περιοδικού «Downbeat» με τους καλύτερους τραγουδιστές, ισοψηφώντας με τον Nat King Cole.

Ταυτόχρονα όμως, σε μία περίοδο που πολλοί καλλιτέχνες απομακρύνονται από τα ναρκωτικά, αυτός λέει «ναι» στην ηρωίνη, γεγονός που θα επηρεάσει τη ζωή του στα επόμενα χρόνια.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '50, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '60 τα ναρκωτικά θα είναι η αιτία που θα οδηγήσουν ακόμα και στην απέλασή του από χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία, ενώ θα μείνει και για έναν χρόνο σε ιταλικές φυλακές, την ίδια δεκαετία.

Ιδιαίτερα στην περίοδο 1952-59 θα απασχολήσει τουλάχιστον 11 φορές το FBI με τη χρήση ναρκωτικών και τη συχνά παράξενη συμπεριφορά του, που τον οδηγούσε σε προβληματικές καταστάσεις. Το όμορφο, σχεδόν παιδικό πρόσωπό του σε συνδυασμό με τη δυναμική συμπεριφορά του ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό για τις γυναίκες που πίστευαν ότι είχε ανάγκη από μια γυναίκα-μητέρα και έπεφταν εύκολα θύματα του γοητευτικού του χαμόγελου, όπως άλλωστε όλοι όσοι ήταν στο περιβάλλον του.

Αδυναμία του, τα γρήγορα αυτοκίνητα, γεγονός που έκανε αρκετούς να τον παρομοιάζουν με τον James Dean της τζαζ.

Η πρώτη ερμηνεία του ήταν στο Thrill Is Gone, στο άλμπουμ του 1954 Chet Baker Sings.
Η ηχογράφηση του τραγουδιού έγινε στις 27 Οκτωβρίου του 1953 και τον συνοδεύει, μεταξύ άλλων, ο μόνιμος συνεργάτης του εκείνη την εποχή πιανίστας Russ Freeman.

Οπως και ο Miles Davis, ο οποίος ήταν το πρότυπό του, ο Chesney «Chet» Baker έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στην ευρωπαϊκή ήπειρο, που πάντα κατάφερνε να ξεχωρίζει τους σημαντικούς καλλιτέχνες από τον χώρο της τζαζ. Για πολλούς μάλιστα η ζωή του Baker είχε αρκετά κοινά σημεία με τη ζωή της Billie Holiday, για την οποία ηχογράφησε το 1965 το άλμπουμ Lady Day.

Εγινε αγαπημένος των διανοουμένων στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Μιλάνο, τη Ρώμη και όπου έμεινε, έστω για λίγους μήνες. Ο εθισμός του στην ηρωίνη και η αθώα ομορφιά του προσώπου του δημιούργησαν εύκολα τον μύθο του όμορφου τύπου, που γεννήθηκε για να είναι ο χαμένος της υπόθεσης.

Το 1964 θα επιστρέψει στην Αμερική, αλλά η ανάμειξή του σε μια φασαρία στο Σαν Φρανσίσκο, ενώ προσπαθούσε να προμηθευτεί ναρκωτικά, θα του κοστίσει δύο από τα μπροστινά του δόντια, τα οποία θα αργήσει αρκετά να αντικαταστήσει.

Αφού δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί την απήχηση που είχε στο κοινό στα πρώτα 10 χρόνια της καριέρας του από εμπορικής άποψης, κάτι που συνέβη άλλωστε στους περισσότερους από τους μεγάλους καλλιτέχνες της τζαζ, ο Baker έκανε εμφανίσεις σε Καλιφόρνια και Νέα Υόρκη για αρκετά χρόνια, ενώ παράλληλα ηχογραφούσε διάφορα άλμπουμ, κυρίως σε συναυλίες του.

Το 1978 αποφασίζει να επιστρέψει στην Ευρώπη και η φίλη του Diane Vavra αναλαμβάνει να τον βοηθάει στην προσωπική του ζωή και στη διοργάνωση των συναυλιών του.

Την περίοδο αυτή θα ηχογραφήσει αρκετά άλμπουμ, κυρίως για μικρές ευρωπαϊκές δισκογραφικές εταιρείες, αλλά παρά τη θετική αντιμετώπιση από τους κριτικούς, οι δίσκοι αυτοί θα απευθυνθούν σε περιορισμένο κοινό.

Το 1983 ο Elvis Costello, που ήταν φανατικός φίλος της μουσικής του, θα τον καλέσει να παίξει σαξόφωνο στο τραγούδι του Shipbuilding, που υπάρχει στο άλμπουμ Punch The Clock και ο Baker με τη σειρά του λίγο αργότερα θα ηχογραφήσει το Almost Blue, το οποίο θα χρησιμοποιήσει στη μουσική επένδυση του ντοκιμαντέρ Let's Get Lost, που είχε θέμα τη ζωή του.

Στις 13 Μαΐου του 1988, στις 3 τα ξημερώματα, θα βρεθεί νεκρός στον δρόμο, κάτω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου του στο Αμστερνταμ. Στο δωμάτιό του θα βρεθούν κοκαΐνη και ηρωίνη.

Το 2007 θα παιχθεί σε θέατρο του Λονδίνου το έργο Speedball, που βασίζεται στη ζωή του, ενώ το 1960 ο Robert Wagner ήταν πρωταγωνιστής στην ταινία του 1960 All The Fine Young Cannibals, στην οποία ο χαρακτήρας Chad Bixby θα πρέπει να αφορά τον Chet Baker.

Καλλιτεχνική φιγούρα, με πλούσιο δισκογραφικό έργο, κυρίως από τις κατά καιρούς συναυλίες του, ζωή βασανισμένη από πολλές απόψεις και ένα μεγάλο ταλέντο στην τρομπέτα, σε συνδυασμό μ' έναν μελαγχολικό τρόπο ερμηνείας στα τραγούδια, είναι ένα κράμα που κρατάει ζωντανό στη μνήμη μας τον Chet Baker για πάντα.

Άρθρο του Γιάννη Πετρίδη στην Ελευθεροτυπία 

 
Chet Baker by Frans Mandigers






How Long Has This Been Going On..



 "Με τη Χάνα στην αγκαλιά του, γλιστρούσε πάνω στη θλίψη του σαξοφώνου.
Η μελωδία ήταν τόσο αργή, τόσο τραβηγμένη, που μπορούσε και η ίδια να καταλάβει ότι ο συνθέτης της δεν ήθελε να βγει από το μικρό σαλόνι της εισαγωγής και να περάσει στο τραγούδι, θα προτιμούσε να μείνει εκεί, στο σημείο που δεν είχε αρχίσει ακόμα η ιστορία, σαν να είχε ερωτευτεί την καμαριέρα προτού γνωρίσει την κυρία του σπιτιού.
Ο Άγγλος μουρμούρισε, ότι κάτι τέτοιες εισαγωγές σε τραγούδια ονομάζονταν «φορτία» .."
--


από το "Άγγλος Ασθενής" του Michael Ondaatje
και
How Long Has This Been Going On... του George Gershwin














I could cry salty tears;
Where have I been all these years?
Little wow, tell me now:
How long has this been going on?

There were chills up my spine,
And some thrills I can't define.
Listen, sweet, I repeat:
How long has this been going on?

Oh, I feel that I could melt;
Into Heaven I'm hurled!
I know how Clombus felt,
Finding another world.

Kiss me once, then once more.
What a dunce I was before.
What a break! For Heaven's sake!
How long has this been going on?

Dear, when in your arms I creep,
That divine rendez-vous,
Don't wake me, if I'm asleep,
Let me dream that it's true!

Kiss me twice, then once more.
That makes thrice, let's make it four!
What a break! For Heaven's sake!
How long has this been going on?
--How long has this... Been going... On?....

Charlie Parker - All the things you are



«Τι κάνει ένας σαξοφωνίστας; 
Παίρνει μια γερή αναπνοή, μετά φυσάει μέσα στο όργανο και φτιάχνει μια φράση με την ανάσα του. 

Κι εγώ έτσι χωρίζω τις φράσεις μου: 
σαν να ήταν διαφορετικές αναπνοές του μυαλού», 
έλεγε ο Τζακ Κέρουακ.



Την εποχή που ο Τσάρλι Πάρκερ φυσούσε τις πιο γρήγορες νότες του στο άλτο σαξόφωνό του, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο σκέψης της μουσικής του αυτοσχεδιασμού, 
ο Κέρουακ, με την προτροπή του Ουίλιαμ Μπάροουζ και του Άλεν Γκίνσμπεργκ 
διατύπωνε «τη θεωρία της αναπνοής σαν μέτρο, στην πρόζα και τον στίχο».
Επινοούσε έτσι το «συντακτικό» αυτού που, ο ίδιος, ονόμασε «αυθόρμητη πρόζα». 


Ο Τσάρλι Πάρκερ δεν διατύπωσε ποτέ θεωρίες για τον αυτοσχεδιασμό... 
Δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του. 
Εκείνος και η παρέα του πήγαιναν αργά το βράδυ στο κλαμπ Μinton΄s Ρlayhouse στο Χάρλεμ και ούτε καν περνούσε από το μυαλό τους ότι παίζοντας με τον τρόπο που έπαιζαν έγραφαν το καινούργιο «επαναστατικό μανιφέστο» της τζαζ.

Ο Κέρουακ το ήξερε αυτό, 
ήξερε πώς γεννήθηκε αυτή η καινούργια μουσική και μάλιστα επιχείρησε να το αποτυπώσει: 

«Εκείνο το βράδυ ο Τελόνιους Μονκ έπαιξε μια φάλτσα νότα στο πιάνο, 
έριξε κάτι παράταιρο μέσα στις γλυκές νότες των άλλων, 
Μinton΄s Ρlayhaouse, 
βραδιές που ξεκινούν κατά τις δέκα το βράδυ και καταλήγουν σ΄ ένα ατέλειωτο jam. 
Μπαρ για έγχρωμους, κάτω από ένα ξενοδοχείο, ένας ή δύο λευκοί επισκέπτες, κάποιος από το Columbia, κάποιος άλλος από το πουθενά... 
Εκείνη τη μέρα ο Ντίζι ξαφνιάζεται για πρώτη φορά. 
Φέρνει την τρομπέτα στα χείλη του και βγάζει έναν υγρό ξεθωριασμένο ήχο. 
Το bebop είναι η γλώσσα της αμερικάνικης Αφρικής, η λέξη «going» ακούγεται «gong». 
Η Αφρική είναι η δόνηση της αναπνοής, το πόδι που χτυπάει στον ρυθμό... 
Κάνε ό,τι γουστάρεις, 
παίξε μια μελωδία, 
παράτα την και άρχισε να αυτοσχεδιάζεις» 

(Τζ. Κέρουακ 1959).


από τα NEA onLine 15..03.2008