My heart will go on-- celine dion



--------------------

"I'm not an idiot, I know how the world works. 
I've got ten bucks in my pocket, I have no-nothing to offer you and I know that. 
I understand. 
But I'm too involved now. 
You jump, I jump remember? 
I can't turn away without knowing you'll be all right... 
That's all that I want."








Every night in my dreams
I see you, I feel you
That is how I know you, go on

Far across the distance
And spaces between us
You have come to show you, go on

Near, far, wherever you are
I believe that the heart does go on
Once more you open the door
And you're here in my heart
And my heart will go on and on

Love can touch us one time
And last for a lifetime
And never let go till we're gone

Love was when I loved you
One true time I hold you
In my life we'll always go on

Near, far, wherever you are
I believe that the heart does go on
Once more you open the door
And you're here in my heart
And my heart will go on and on

You're here, there's nothing I fear
And I know that my heart will go on
We'll stay forever this way
You are safe in my heart

Almost blue ..




 "...Στα είκοσί του ο τρομπετίστας Τσετ Μπέικερ μοιάζει με τον Τζέιμς Ντιν· ήδη όμως στο βάθος είναι ένα είδος Βερλέν: πάνω απ' όλα η μουσική και από κάτω τα σκουπίδια - ναρκωτικά αντί για αψέντι. Απόλυτη λεπτότητα στην έκφραση που κρέμεται από μια κλωστή. Δεν κυνηγάει με μαχαίρι τις διαδοχικές γυναίκες του, τις χτυπάει. Κι αυτές δεν τον εγκαταλείπουν. Βρίζει τους μουσικούς που τον συνοδεύουν όταν δεν τους κλοτσάει. Κι αυτοί, συνήθως, ξαναγυρίζουν.
Τον Τσετ τον αγαπούν, παρά τη θέλησή του, για τις στιγμές που προσφέρει, τις συγκινήσεις που ξυπνάει.
"Είναι εύκολο να τον αγαπήσει κάποιος γι' αυτά που παίζει, είναι δύσκολο γι' αυτά που ζει.
Δεν διαλέγουμε όμως υποχρεωτικά ανάμεσα στα δύο.
Τον αγαπάμε ".


James Gavin στη βιογραφία του Baker με τίτλο    "La Longue Nuit de Chet Baker "



Η ζωή αυτού του μουσικού που γεννήθηκε το 1929 και πέθανε το 1988, είναι η θλιβερή εποποιία αυτού που ο Μπάροουζ ονόμαζε «ο εκθαμβωτικός πανηγυριτζής με τη σύριγγα».
Στην Ιταλία, το 1959, ο Τσετ έφτανε να «χτυπήσει» 40 φορές μέσα σε 24 ώρες.
Ο Τζέιμς Γκάβιν περιγράφει τα πάντα με ακρίβεια και λεπτομέρειες που εντυπωσιάζουν. Θα έλεγε κανείς πως ανασκαλεύει τα γεγονότα για να εκδικηθεί για τις απογοητεύσεις του. Η ανάγνωση της βιογραφίας του, για κάποιον που αγαπάει τον Τσετ Μπέικερ, γρήγορα μετατρέπεται σε μυστικιστική εμπειρία. Διατρέχοντας τους κύκλους της αθλιότητας σιγά σιγά εξαγνίζεται όσο προχωράει προς τον τελικό, ουσιαστικό σκοπό: τη μουσική.

[...]
Από ηθική άποψη σήμερα ο Μπέικερ θα ήταν παράδειγμα προς αποφυγή. Δεν παύει ωστόσο διαρκώς να είναι ένα είδος φοίνικα: από τη φυλακή στην καλλιτεχνική αποτυχία αναγεννιέται, πολλές φορές, με τους ήχους του και μέσω αυτών. Στη διαδρομή του συναντάει πολλούς από τους μεγάλους της τζαζ. Τη δεκαετία του '50 είναι ένας ιδιοφυής τρομπετίστας στο πλάι του Τσάρλι Πάρκερ. Οι μαύροι μουσικοί ωστόσο τον σιχαίνονται. Η κριτική, παθιασμένη με το hard-bop, τον αντιμετωπίζει σαν ατελές αντίγραφο του Μάιλς Ντέιβις ή σαν καλλιτέχνη του βαριετέ. Δεν έχει καταλάβει τίποτε από το νέο, υβριδικό είδος που ο Μπέικερ φέρνει στη μουσική σκηνή. Ακολουθεί η ευρωπαϊκή του πορεία, στη Γαλλία και περισσότερο στην Ιταλία. Είναι η σκοτεινότερη - και η καλύτερη: σε duo ή σε trio, τραγουδώντας αδύναμα ή παίζοντας σιγανά την τρομπέτα του, ο Τσετ συναντάει επιτέλους τη σπάνια ιδιοφυΐα του: ένα όνειρο, μέσα στο κενό ενός δωματίου, που οδηγεί στον παράδεισο με μία και μοναδική νότα....."



Chet Baker by Ismael Vicedo









-------


Από τους καλύτερους τρομπετίστες της τζαζ, μ' έναν μύθο να τον περιτριγυρίζει από τα πρώτα του βήματα, ο Chet Baker ανήκει στην ομάδα των μουσικών που ο χρόνος που περνάει, ενισχύει ακόμα περισσότερο τη θετική εικόνα του κόσμου γι' αυτούς.

Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1929 στο Yale της Οκλαχόμα και εκτός από τρομπετίστας με επιρροές από τον Miles Davis, παράλληλα με τον τρόπο που χειριζόταν την τρομπέτα και τον γνωστό εθισμό του στα ναρκωτικά, ήταν και ένας χαρισματικός τραγουδιστής, που όμως δεν αξιοποιούσε συχνά αυτό το ταλέντο του.



Chet Baker by Cloud9Hunter




Ο Chet πέθανε στις 13 Μαΐου 1988, πέφτοντας από το παράθυρο του ξενοδοχείου όπου έμενε στην πόλη του Αμστερνταμ. Ηταν 58 ετών, αλλά είχε προλάβει να ηχογραφήσει μεγάλο σε αριθμό υλικό τραγουδιών, που βοήθησε στη συνέχεια να εκτιμηθεί το μέγεθος της αξίας του.

Σε ηλικία 10 ετών μετακομίζει με τους γονείς του στο Glendale της Καλιφόρνιας, μια μικρή πόλη όπου η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή των κατοίκων της.

Σε ηλικία 18 ετών επιστρέφει ύστερα από δύο χρόνια υπηρεσίας σε στρατιωτική μονάδα της Γερμανίας, όπου έπαιζε μουσική στη στρατιωτική μπάντα της μονάδας, και παράλληλα με τις μουσικές του σπουδές, τριγυρίζει στα διάφορα κλαμπ του Σαν Φρανσίσκο.

Εκεί θα γνωρίσει τον μεγάλο σαξοφωνίστα Charlie Parker, ο οποίος θα τον επιλέξει για την μπάντα του, που θα έκανε περιοδεία στην Καλιφόρνια εκείνη την εποχή. Λέγεται μάλιστα ότι τηλεφώνησε αμέσως στους φίλους του στη Νέα Υόρκη, Miles Davis και Dizzy Gillespie, λέγοντάς τους ότι υπάρχει εδώ ένας νεαρός λευκός τρομπετίστας που θα σας δημιουργήσει προβλήματα με το ταλέντο του.

Επειτα από λίγες εβδομάδες, ο Baker, που ήταν τότε 22 ετών και είχε παίξει, εκτός του Parker, και με τον Stan Getz, θα προσχωρήσει στο διάσημο κουαρτέτο ενός άλλου σαξοφωνίστα, του Gerry Mulligan, με το οποίο θα κάνει τις πρώτες του ηχογραφήσεις παίζοντας και τραγουδώντας.

Ανάμεσα στις ηχογραφήσεις του με το κουαρτέτο του Mulligan ήταν και το εκπληκτικό σόλο του στο My Funny Valentine, που θεωρείται το τραγούδι που προσδιορίζει το ταλέντο του.

Σύντομα η φυσική ομορφιά του προσώπου του προσελκύει τους παραγωγούς του Χόλιγουντ και εμφανίζεται στην ταινία Hell's Horizon, δίπλα στους John Ireland και Maria English.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του θα κερδίσει για τρεις συνεχόμενες χρονιές τα βραβεία του καλύτερου τρομπετίστα σε περιοδικά της τζαζ, όπως το «Downbeat» και το «Metronome» ξεπερνώντας στη λίστα ονόματα όπως οι Miles Davis, Clifford Brown και Dizzy Gillespie. Την ίδια περίοδο θα αρχίσει να τραγουδάει στις ηχογραφήσεις που έκανε για την εταιρεία Riverside, με τον Russ Freeman να τον συνοδεύει συχνά με το πιάνο του, και το 1955 θα είναι στην τέταρτη θέση του δημοψηφίσματος του περιοδικού «Downbeat» με τους καλύτερους τραγουδιστές, ισοψηφώντας με τον Nat King Cole.

Ταυτόχρονα όμως, σε μία περίοδο που πολλοί καλλιτέχνες απομακρύνονται από τα ναρκωτικά, αυτός λέει «ναι» στην ηρωίνη, γεγονός που θα επηρεάσει τη ζωή του στα επόμενα χρόνια.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '50, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '60 τα ναρκωτικά θα είναι η αιτία που θα οδηγήσουν ακόμα και στην απέλασή του από χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία, ενώ θα μείνει και για έναν χρόνο σε ιταλικές φυλακές, την ίδια δεκαετία.

Ιδιαίτερα στην περίοδο 1952-59 θα απασχολήσει τουλάχιστον 11 φορές το FBI με τη χρήση ναρκωτικών και τη συχνά παράξενη συμπεριφορά του, που τον οδηγούσε σε προβληματικές καταστάσεις. Το όμορφο, σχεδόν παιδικό πρόσωπό του σε συνδυασμό με τη δυναμική συμπεριφορά του ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό για τις γυναίκες που πίστευαν ότι είχε ανάγκη από μια γυναίκα-μητέρα και έπεφταν εύκολα θύματα του γοητευτικού του χαμόγελου, όπως άλλωστε όλοι όσοι ήταν στο περιβάλλον του.

Αδυναμία του, τα γρήγορα αυτοκίνητα, γεγονός που έκανε αρκετούς να τον παρομοιάζουν με τον James Dean της τζαζ.

Η πρώτη ερμηνεία του ήταν στο Thrill Is Gone, στο άλμπουμ του 1954 Chet Baker Sings.
Η ηχογράφηση του τραγουδιού έγινε στις 27 Οκτωβρίου του 1953 και τον συνοδεύει, μεταξύ άλλων, ο μόνιμος συνεργάτης του εκείνη την εποχή πιανίστας Russ Freeman.

Οπως και ο Miles Davis, ο οποίος ήταν το πρότυπό του, ο Chesney «Chet» Baker έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στην ευρωπαϊκή ήπειρο, που πάντα κατάφερνε να ξεχωρίζει τους σημαντικούς καλλιτέχνες από τον χώρο της τζαζ. Για πολλούς μάλιστα η ζωή του Baker είχε αρκετά κοινά σημεία με τη ζωή της Billie Holiday, για την οποία ηχογράφησε το 1965 το άλμπουμ Lady Day.

Εγινε αγαπημένος των διανοουμένων στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Μιλάνο, τη Ρώμη και όπου έμεινε, έστω για λίγους μήνες. Ο εθισμός του στην ηρωίνη και η αθώα ομορφιά του προσώπου του δημιούργησαν εύκολα τον μύθο του όμορφου τύπου, που γεννήθηκε για να είναι ο χαμένος της υπόθεσης.

Το 1964 θα επιστρέψει στην Αμερική, αλλά η ανάμειξή του σε μια φασαρία στο Σαν Φρανσίσκο, ενώ προσπαθούσε να προμηθευτεί ναρκωτικά, θα του κοστίσει δύο από τα μπροστινά του δόντια, τα οποία θα αργήσει αρκετά να αντικαταστήσει.

Αφού δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί την απήχηση που είχε στο κοινό στα πρώτα 10 χρόνια της καριέρας του από εμπορικής άποψης, κάτι που συνέβη άλλωστε στους περισσότερους από τους μεγάλους καλλιτέχνες της τζαζ, ο Baker έκανε εμφανίσεις σε Καλιφόρνια και Νέα Υόρκη για αρκετά χρόνια, ενώ παράλληλα ηχογραφούσε διάφορα άλμπουμ, κυρίως σε συναυλίες του.

Το 1978 αποφασίζει να επιστρέψει στην Ευρώπη και η φίλη του Diane Vavra αναλαμβάνει να τον βοηθάει στην προσωπική του ζωή και στη διοργάνωση των συναυλιών του.

Την περίοδο αυτή θα ηχογραφήσει αρκετά άλμπουμ, κυρίως για μικρές ευρωπαϊκές δισκογραφικές εταιρείες, αλλά παρά τη θετική αντιμετώπιση από τους κριτικούς, οι δίσκοι αυτοί θα απευθυνθούν σε περιορισμένο κοινό.

Το 1983 ο Elvis Costello, που ήταν φανατικός φίλος της μουσικής του, θα τον καλέσει να παίξει σαξόφωνο στο τραγούδι του Shipbuilding, που υπάρχει στο άλμπουμ Punch The Clock και ο Baker με τη σειρά του λίγο αργότερα θα ηχογραφήσει το Almost Blue, το οποίο θα χρησιμοποιήσει στη μουσική επένδυση του ντοκιμαντέρ Let's Get Lost, που είχε θέμα τη ζωή του.

Στις 13 Μαΐου του 1988, στις 3 τα ξημερώματα, θα βρεθεί νεκρός στον δρόμο, κάτω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου του στο Αμστερνταμ. Στο δωμάτιό του θα βρεθούν κοκαΐνη και ηρωίνη.

Το 2007 θα παιχθεί σε θέατρο του Λονδίνου το έργο Speedball, που βασίζεται στη ζωή του, ενώ το 1960 ο Robert Wagner ήταν πρωταγωνιστής στην ταινία του 1960 All The Fine Young Cannibals, στην οποία ο χαρακτήρας Chad Bixby θα πρέπει να αφορά τον Chet Baker.

Καλλιτεχνική φιγούρα, με πλούσιο δισκογραφικό έργο, κυρίως από τις κατά καιρούς συναυλίες του, ζωή βασανισμένη από πολλές απόψεις και ένα μεγάλο ταλέντο στην τρομπέτα, σε συνδυασμό μ' έναν μελαγχολικό τρόπο ερμηνείας στα τραγούδια, είναι ένα κράμα που κρατάει ζωντανό στη μνήμη μας τον Chet Baker για πάντα.

Άρθρο του Γιάννη Πετρίδη στην Ελευθεροτυπία 

 
Chet Baker by Frans Mandigers






All I Could Do Was Cry




I heard church bells ringing
I heard a choir singing
I saw my love walk down the aisle
On her finger he placed a ring




Oh, I saw them holding hands
She was standing there with my man
I heard them promise "Till death do us part"
Each word was a pain in my heart

All I could do, all I could do was cry (cry, cry, cry)
All I could do was cry (cry, cry, cry)
I was losing the man that I loved
And all I could do was cry (cry, cry, cry)

Yeah and now the wedding's over
Rice, rice has been thrown over their heads
For them life has just begun
But mine is at an end

All, all I could do, all I could do was cry (cry, cry, cry)
All I could do was cry (cry, cry, cry)
I was losing the man that I loved (cry, cry, cry)
And all I could do was cry (cry, cry, cry) 



Μπλέ ψυχή, μαύρο αίμα - Billie Holiday




Παίζαμε σε μια ατέλειωτη σειρά από ξεφτιλισμένα μαγαζιά, σε ζόρικες νέγρικες αίθουσες χορού στον Νότο, όπου το ουίσκυ από καλαμπόκι το φέρνανε κρυφά απέναντι από τις σιδηροδρομικές γραμμές, οπότε, μπαμ, ξαφνικά σταμάταγε αυτό το μαγγανοπήγαδο και μας αγκαζάρανε σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο λευκών. Δεν είχαμε τις σωστές φορεσιές, τα σωστά ρούχα ή μηχανήματα – οι μάγκες στην ορχήστρα δεν είχανε καν τα πνευστά που έπρεπε και που χρειάζονταν – ήμασταν όλοι ξεχαρβαλωμένοι, έχοντας διανύσει χιλιάδες μίλια άυπνοι, χωρίς πρόβες και χωρίς προετοιμασία – παρ’ όλα αυτά απαιτούσαν από μας να σκίσουμε.
 [σ. 92 – 93]

Προτού βρεθεί η Μπίλι Χολιντέι στον δρόμο, βρισκόταν πάντα στον δρόμο. 

Η ίδια μουσική που την αποπλάνησε μια για πάντα είχε νωρίτερα κλέψει την ψυχή του πατέρα της, και αργότερα τον ίδιο. Μπορεί τα δηλητηριώδη αέρα του πολέμου να του ρήμαξαν τα πνευμόνια δίνοντας τέλος στην καριέρα του ως τρομπετίστα, όμως τα χέρια του ήταν γερά και το μυαλό του πεισματωμένο: να γίνει οπωσδήποτε μουσικός. Όταν το κατάφερε τα ταξίδια με την μπάντα του ήταν και το τέλος της οικογενειακής του ζωής.
Η Βαλτιμόρη κατάντησε γι’ αυτόν απλώς ένα πέρασμα μες στη νύχτα.
Τι απέμεινε στην μικρή Ελεονόρα;
Μια νεαρή παιδούλα ως μητέρα της, και μια γιαγιά που πέθανε από γεράματα αλλά πρόλαβε να της εξηγήσει τι σήμαινε να’ ναι σκλάβα, να ανήκει ψυχή τε και σώματι σ’ έναν λευκό, που ήτανε ο πατέρας των παιδιών της.



Στα έξι ο κόσμος της ήταν η κακομεταχείριση από τους συγγενείς, το σφουγγάρισμα των «παναθεματισμένων άσπρων σκαλιών της Βαλτιμόρης» και τα θελήματα σε σπίτια και στο πορνείο της γωνίας.
Κι όταν εκεί ερχότανε η ώρα της πληρωμής, τους έλεγε να κρατήσουν τα λεφτά και να την αφήσουν να πάει στο μπροστινό σαλόνι ν’ ακούσει τον Λούις Άρμστρονγκ και την Μπέσσυ Σμίθ στο γραμμόφωνο:

Μερικές φορές ο δίσκος μ’ έκανε να νιώθω τέτοια θλίψη που έριχνα ένα κλάμα άλλο πράγμα.
Κι άλλες φορές ο ίδιος ο παναθεματισμένος ο δίσκος μ’ έκανε τόσο ευτυχισμένη που ξεχνούσα πόσο χρήμα, που είχα βγάλει με ιδρώτα, μου στοίχιζε η μουσική βραδιά στο σαλόνι.
[σ. 27].

 Το μπορντέλο ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου ακουγόταν αυτή η μουσική, αλλά και όπου μπορούσαν να συναντηθούν όσο πιο φυσικά γινόταν οι λευκοί με τους μαύρους.




 
Στα δέκα, της έλαχε «το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα», ο βιασμός, στα δώδεκα την κακοποίησε ένας τρομπετίστας από μια μεγάλη νέγρικη ορχήστρα.
Κι έτσι δεν ήτανε ν’ απορεί κανείς που το σεξ το φοβόταν «σαν τον θάνατο».
Όμως η πορνεία ήταν μονόδρομος επιβίωσης και όταν δεν αναλάμβαναν οι νταβατζήδες του, έρχονται οι επίσημοι του είδους, οι δικαστές, για να την στείλουν με ιδιαίτερη ευκολία στο αναμορφωτήριο. Μετά την θητεία της αναχωρεί με την μητέρα της για το Χάρλεμ, την εποχή του κραχ.
Μόνο που, με εξαίρεση τις ουρές του ψωμιού, το κραχ δεν είναι ήταν «τίποτα καινούργιο για εκείνες, πάντα το είχαν». 






Η αρχή έγινε στην «Ξύλινη Καλύβα», με πρώτο τραγούδι το Trav’ lin’ all alone που έκανε τους φασαριόζους θαμώνες να σιωπήσουν.

Και η συνέχεια περιλαμβάνει όλους όσους έρχονταν στο καταγώγι, την άκουσαν και αργότερα συνεργάστηκαν μαζί της, επηρεαζόμενοι και οι ίδιοι από εκείνο το στυλ της ή ανάμιξαν τις μαύρες ψυχοσυνθέσεις τους σε μπλουζ, τζαζ και σουίνγκ κορυφώματα:
Benny Goodman, Johnny Hodges, Coleman Hawkins, Count Basie, Artie Shaw, Duke Ellington, Lester Young, Buck Clayton, Charlie Shavers, Oscar Peterson, Roy Eldridge, Ben Webster.

Ακολουθεί το αξέχαστο πρωινό της έναρξης στο Απόλλο και όλα τα μαγαζιά του Χάρλεμ. Αλλά τα μαγαζιά δεν είχανε ουσία. Η ζωή που ζούσαμε είχε.
Η όλη ιστορία γινότανε στα παρασκήνια και ελάχιστοι ήτανε οι λευκοί που μπόρεσαν να τη ζήσουν από κοντά. Κι όταν γινότανε αυτό, ήταν σαν να είχανε έρθει από άλλο πλανήτη. Ήτανε βάσανο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς επιβιώσαμε. [σ. 70]

Ο ιδιοκτήτης του Uptown House στο Χάρλεμ έγινε ο μεγάλος της έρωτας και ταυτόχρονα ο ναρκωτικός της καταστροφέας. Στην μαύρη της ζωής μπαίνουν τα απατηλά λευκά: οι γόβες, οι γαρδένιες και η πρέζα. Κατά τα άλλα ο αιώνιος και αμετακίνητος «παναθεματισμένος φυλετικός διαχωρισμός» θα βρίσκεται πάντα μπροστά της.
Η Lady Day των Υπογείων θα φτάσει ψηλά, εκεί όπου τελικά δεν υπάρχει τίποτα.
Στην διαδρομή δεν επιτρεπόταν ποτέ να αρρωστήσει, να δείξει πόνο, να βγει άσχημη, να μην τραγουδήσει καλά, να μην ανταποκριθεί στις προσμονές των πολλών.





Με τη ζωή που κάναμε στην τουρνέ, κανένας δεν είχε καιρό να πάει μόνος στο κρεβάτι, πόσο μάλλον και με κάποιον άλλον. Το βράδυ, όπως έλεγε κι ο Λέστερ, κάναμε στάση σε μια πόλη, πληρώναμε δύο έως τέσσερα δολάρια για ένα δωμάτιο, ξυριζόμασταν και ρίχναμε για κάμποσα λεπτά μια ματιά στο κρεβάτι, πηγαίναμε να κάνουμε πρόγραμμα, ξαναρχόμασταν, ξαναρίχναμε πάλι μια ματιά στο κρεβάτι κι ανεβαίναμε στο λεωφορείο. [σ. 93]


Ούτως ή άλλως η ζωή της σε μεγάλο βαθμό είναι προδιαγεγραμμένη: θα παραμείνει πάντα μια μαύρη σε μια κοινωνία που αδυνατεί να την δει ως κάτι διαφορετικό από μια «μαυριδερή», μια αταίριαστη στον βρώμικο κόσμο της δημοσιότητας, μια ευάλωτη στον έρωτα και τα ψέματα των ουσιών, μια ανεπιθύμητη του «νόμου». Αυτή η αιώνια «βρωμονέγρα» καλωσόριζε τον πόνο σαν καθημερινό επισκέπτη, δεν ξεχνούσε να επαναλαμβάνει πως χωρίς φίλους δεν πας πουθενά, γνώριζε καλά πως η νομοκοινωνία δεν θα την αφήσει ποτέ ήσυχη, έμαθε να μετράει υπομονετικά τα χτυπήματα και τις ουλές (τις ορατές και τις αόρατες).

Ίσως γι’ αυτό στο Strange fruit εκφραζόταν τόσο εσώψυχα· γιατί ήξερε πως το παράξενο φρούτο θα ήταν πάντα εκείνη για όλους.







Αν περιμένει κανείς μια ατέλειωτη ελεγεία, δεν θα βρει τίποτα.
Η Κυρία γράφει όπως μιλούσε, απλά, σταράτα, κοφτερά και απροκάλυπτα, όπως γράφουν σήμερα οι «βρώμικοι ρεαλιστές».
Και πολύ περισσότερο δεν κλαψουρίζει ούτε αναζητά απαντήσεις. Στα δύσκολα μόνο βρίζει τους απάνθρωπους που επιχείρησαν να την τσακίσουν και τους προσπερνά με τρεις φράσεις, μέχρι τους επόμενους.
Διόλου τυχαία κάθε κεφάλαιο έχει τον τίτλο ενός τραγουδιού της. Αλλά εκτός από την προσωπική διήγηση της στο βιβλίο ανασαίνει ολόκληρος ο αληθινός τζαζ κόσμος: απαρχές, μουσικοί, μαγαζιά, τζαμαρίσματα, ηχογραφήσεις, δισκογραφήσεις, πρόσωπα, κλίμα.







Αν βγάλουμε τους δίσκους της Μπέσσυ Σμιθ και του Λούις Άρμστρονγκ που άκουγα όταν ήμουνα μικρή, δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα. Πάντα ζήλευα τον γεμάτο δυνατό ήχο της Μπέσσυ και το αίσθημα του Ποπ. Παιδιά με ρωτάνε συνέχεια από πού προέρχεται το στυλ μου, πώς εξελίχθηκε κι άλλα τέτοια. Τι να τους πω; Αν βρεις μια μελωδία που να σου μιλάει, τότε δεν χρειάζεται να εξελίξεις τίποτα. απλώς το αισθάνεσαι κι όταν τραγουδάς υπάρχουνε κι άλλοι που αισθάνονται κάτι. Για μένα η δουλειά, η ενορχήστρωση ή η πρόβα δεν έχουν καμία σχέση. Δώστε μου ένα τραγούδια που να το αισθάνομαι και δεν το θεωρώ ποτέ κόπο. Τέτοιο είναι το αίσθημα που έχω για μερικά τραγούδια που δεν αντέχω να τα πω, αυτό όμως είναι πάλι άλλο θέμα. [σ. 66]



Η φωνή της ταυτίστηκε με την ερμηνεία,
ο συρτός της ήχος με την έννοια του πόνου, η εκφορά των λέξεων ήταν σχεδόν χειροπιαστή, όπως τις άφηνε να μείνουν για λίγο στον αέρα, για να τις δεις μέσα στο πλήρες περίγραμμα και στο ολοκληρωμένο τους νόημα.

Όπως άλλωστε έλεγε, «μου ’χουνε πει πως κανείς δε λέει τη λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη». Ίσως να ’ναι που θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις».

Οι αστυνόμοι περίμεναν να την συλλάβουν ακόμα και έξω από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν του Μανχάταν όπου μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά ερείπιο τον Ιούλιο του 1959.

Αλλά αυτή τη φορά απέτυχαν, τους την έκλεψε ο θάνατος.

Η έκδοση περιλαμβάνει γυαλιστερό ένθετο με 31 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, δισκογραφία από τον Albert McCarthy [1973] και το πεντασέλιδο κείμενο του David Ritz «Μια χρήσιμη δισκογραφία για όσους αγαπούν την Μπίλλυ» [2006], με τις δικές του απόψεις και προτάσεις για μια σειρά δίσκων της.

Πλήρης τίτλος: Billie Holiday, με τη συνεργασία του William Dufty – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία. Εκδ. Άγρα, 2012 [Α΄ έκδ. 1984] μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, εισαγωγή David Ritz, σελ. 327 [Billie Holiday, Lady sings the blues, 1956].


Εδώ η πηγή και κάποιες μοναδικές φωτογραφίες


 --------------

«Η Μαμά και ο Μπαμπάς ήταν ακόμη παιδιά όταν παντρευτήκανε. Αυτός ήταν δεκαοχτώ χρονών, εκείνη δεκάξι κι εγώ τριών». Με αυτή τη φράση ξεκινάει τη διήγηση της ταραχώδους ζωής της η μεγαλύτερη τραγουδίστρια που μας χαρίστηκε ποτέ στην αυτοβιογραφία της. Είναι 1958 και η Μπίλι Χόλιντεϊ πραγματοποιεί τη δεύτερη ευρωπαϊκή της περιοδεία.

Όταν επιστρέφει στο Μανχάταν τη μεταφέρουν, σε άθλια κατάσταση από τα ναρκωτικά, στο νοσοκομείο Μετροπόλιταν. Ένα χρόνο αργότερα, στις 17 Ιουλίου του 1959 και σε ηλικία μόλις 44, η βραχνιασμένη θλίψη της θα σιωπήσει για πάντα.



Γεννημένη στις 7 Απριλίου του 1915, στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ η Eleanora Fagan (επώνυμο της μητέρας της) απέκτησε από μικρή το παρωνύμιο Μπίλι ενώ κάποιοι την γνώριζαν ως Ματζ. Η ίδια ξεκίνησε την μοναχική άνοδο της παραλάσσοντας το επώνυμο ενός πατέρα που την αναγνώρισε μόνο μετά την αναγνώριση της (εκείνος ήταν ένας Halliday) ενώ το προσωνύμιο Lady Day της δόθηκε από τον φίλο της, Λέστερ Γιανγκ. Η ζωή της ήταν το ίδιο μπερδεμένη με τις ονομασίες της. Δύσκολη. Πορνεία, φυλακές, αναμορφωτήρια, ουσίες, ρατσισμός και σε όλα αυτά, ένα διαμάντι που η ίδια χάριζε σε όλους κάθε φορά που τα χείλη της άνοιγαν για να τραγουδήσει. Η Μπίλι Χόλιντει κακοποιήθηκε από συγγενείς με τους οποίους αναγκάστηκε να συμβιώσει όταν η μητέρα της εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, αναζήτησε εις μάτην τον έρωτα, επάνω της οι σύντροφοι της εκτόνωσαν τη βία ενώ η φυγή της στα ναρκωτικά, την ηρωϊνη, το αλκοόλ την έφτιαξαν αυτό που πάντα ήταν. Ένας καρπός παράξενος, σαν αυτόν που τραγούδησε, ετών 24, στο Café Society της Νέας Υόρκης, το μοναδικό κλαμπ εκτός Χάρλεμ όπου η είσοδος επιτρεπόταν σε λευκούς και μαύρους εκείνη την εποχή, ένα βράδυ του 1939.
“Είναι ένας καρπός να τον φάν' τα κοράκια,
Να τον μουσκέψει η βροχή, να τον ρουφήξει ο αέρας
Να τον σαπίσει ο ήλιος, να πέσει από το δέντρο
Είναι μια παράξενη και πικρή σοδειά.”


 


Το Strange Fruit θα γινόταν ένα από τα πιο σημαντικά τραγούδια που τρύπωσαν ποτέ στα αυτιά μας.

«Δεν μπορώ να τραγουδώ το ίδιο τραγούδι με τον ίδιο τρόπο δύο νύχτες στη σειρά. Πολύ περισσότερο δε, για δύο ή για δέκα χρόνια. Αν μπορείς να το κάνεις αυτό, τότε δεν είναι μουσική, είναι άσκηση, ίσως, αλλά όχι μουσική» είπε κάποτε και το εννοούσε.

Άλλωστε η Χόλιντεϊ κάθε φορά που τραγουδούσε, χάριζε ένα ακόμη κομμάτι από τους πόνους μέσα της. «Αν το μόνο που περιμένεις είναι μπλεξίματα, ίσως να έρθουν κι ευτυχισμένες μέρες. Αν περιμένεις ευτυχία – πρόσεχε», ήταν μια από τις φράσεις που έδειχναν την τραχύτητα της σύντομης ζωής της.
Μεγαλωμένη σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, δεν τελείωσε ποτέ το σχολείο αφού έπρεπε να βγάζει χαρτζιλίκι δουλεύοντας σε οίκο ανοχής. Πριν φύγει στα 12 της από το Μέριλαντ για τη Νέα Υόρκη, θα τη βιάσει ένας γείτονας και στη μητρόπολη θα βγάλει το κορμί της στην πιάτσα. Οι μαύροι θα την τιμωρήσουν καθώς εκείνη δεν άντεχε να ανοίξει τα πόδια τους σε αυτούς -την πονούσαν-, θα τη στείλουν στη φυλακή και εκείνη θα αναζητήσει μια καλύτερη τύχη στα πάλκο του Χάρλεμ. Ο θρύλος της αρτίστας ξεκινάει αφήνοντας πίσω τη χαμοζωή, τα γκέτο, τον εγκλεισμό σε καθολικό αναμορφωτήριο ανηλίκων.





«Παίζαμε σε μια ατέλειωτη σειρά από ξεφτιλισμένα μαγαζιά, σε ζόρικες νέγρικες αίθουσες χορού στον Νότο, όπου το ουίσκυ από καλαμπόκι το φέρνανε κρυφά απέναντι από τις σιδηροδρομικές γραμμές, οπότε, μπαμ, ξαφνικά σταμάταγε αυτό το μαγγανοπήγαδο και μας αγκαζάρανε σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο λευκών. Δεν είχαμε τις σωστές φορεσιές, τα σωστά ρούχα ή μηχανήματα –οι μάγκες στην ορχήστρα δεν είχανε καν τα πνευστά που έπρεπε και που χρειάζονταν–, ήμασταν όλοι ξεχαρβαλωμένοι, έχοντας διανύσει χιλιάδες μίλια άυπνοι, χωρίς πρόβες και χωρίς προετοιμασία, παρ’ όλα αυτά απαιτούσαν από μας να σκίσουμε».

Συμβιβασμένη με τις κακουχίες, όταν πέθανε από κίρρωση του ήπατος ο τραπεζικός της λογαριασμός μετρούσε μόλις 0,70 δολάρια.
Ο μουσικός παραγωγός και κυνηγός ταλέντων Τζον Χάμοντ την έσωσε πρόσκαιρα, αλλά η ζωή της θα παραμείνει τραγική. Ακόμη και στο τέλος της, έξω από το δωμάτιό που νοσηλευόταν, την αστυνόμευαν. Μόλις οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, συνελήφθη για παράνομη κατοχή ναρκωτικών.

Η Μπίλι «δραπέτευσε» για τα καλά, μια μαύρη που τη μισούσαν οι μαύροι, μια γυναίκα σε κόσμο για σκληροτράχηλους άντρες, μια Κυρία που τραγούδησε τα μπλουζ όπως δεν θα μπορέσει να το κάνει ποτέ ξανά κανείς.



«Μου 'χουνε πει πως κανείς δεν λέει τη λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη». Ισως και να 'ναι γιατί θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις. Ισως γιατί είμαι τόσο περήφανη ώστε να θέλω να θυμάμαι τη Βαλτιμόρη και το Ουέλφερ Αϊλαντ, το Ιδρυμα Καθολικών και το δικαστήριο Τζέφερσον Μάρκετ, τον σερίφη μπροστά απ' το σπίτι μας στο Χάρλεμ και τις πόλεις απ' τη μια άκρη της χώρας στην άλλη, όπου γέμισα χτυπήματα και ουλές, στη Φιλαδέλφεια και στο Ολντερσον, στο Χόλιγουντ, στο Σαν Φρανσίσκο - κάθε γωνιά, πανάθεμά την.

Ολες οι Κάντιλακ και οι μινκ γούνες -και είχα πολλές στη ζωή μου- δεν μπορούν να με κάνουν να τα ξεχάσω. Και σε όλα αυτά τα μέρη, κι απ' όλο αυτό τον κόσμο, ό,τι έμαθα τα λένε τούτες οι δύο λέξεις. Πρέπει να 'χεις φαΐ να φας, πρέπει να 'χεις λίγη αγάπη στη ζωή για να ανεχτείς του καθενός το συναξάρισμα για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι σωστά. Αυτό που είμαι κι αυτό που θέλω απ' τη ζωή, σ' αυτά τα λόγια κλείνεται».

* Η συγκλονιστική αυτοβιογραφία της «Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.


'OMNIA' Φ.Πλιάτσικας







Με γομολάστιχα θα σβήσω
αλήθειες που σε κάνουν να πονείς,
θα φτιάξω ένα ωραίο ψέμα
απόψε για να κοιμηθείς.

Μη με κοιτάς με αυτό το βλέμμα
γεμάτο ερωτηματικά,
οι απαντήσεις που γυρεύεις
είναι θαμμένα μυστικά.

Μετράει η αλήθεια για όσο την αντέχεις,
γι’ αυτό τις ερωτήσεις που θα κάνεις να προσέχεις.
Μετράει η αλήθεια για όσο την αντέχω
γι’ αυτό τις ερωτήσεις που θα κάνω θα προσέχω.


Στίχοι:  Λουδοβίκος των Ανωγείων
Μουσική:  Φίλιππος Πλιάτσικας 


How Long Has This Been Going On..



 "Με τη Χάνα στην αγκαλιά του, γλιστρούσε πάνω στη θλίψη του σαξοφώνου.
Η μελωδία ήταν τόσο αργή, τόσο τραβηγμένη, που μπορούσε και η ίδια να καταλάβει ότι ο συνθέτης της δεν ήθελε να βγει από το μικρό σαλόνι της εισαγωγής και να περάσει στο τραγούδι, θα προτιμούσε να μείνει εκεί, στο σημείο που δεν είχε αρχίσει ακόμα η ιστορία, σαν να είχε ερωτευτεί την καμαριέρα προτού γνωρίσει την κυρία του σπιτιού.
Ο Άγγλος μουρμούρισε, ότι κάτι τέτοιες εισαγωγές σε τραγούδια ονομάζονταν «φορτία» .."
--


από το "Άγγλος Ασθενής" του Michael Ondaatje
και
How Long Has This Been Going On... του George Gershwin














I could cry salty tears;
Where have I been all these years?
Little wow, tell me now:
How long has this been going on?

There were chills up my spine,
And some thrills I can't define.
Listen, sweet, I repeat:
How long has this been going on?

Oh, I feel that I could melt;
Into Heaven I'm hurled!
I know how Clombus felt,
Finding another world.

Kiss me once, then once more.
What a dunce I was before.
What a break! For Heaven's sake!
How long has this been going on?

Dear, when in your arms I creep,
That divine rendez-vous,
Don't wake me, if I'm asleep,
Let me dream that it's true!

Kiss me twice, then once more.
That makes thrice, let's make it four!
What a break! For Heaven's sake!
How long has this been going on?
--How long has this... Been going... On?....

Come Waltz With Me





Come walk with me and let go of the way you are going
Come talk to me and I'll tell you what's really worth knowing
Life's much too good, my friend. Don't let it end.






Come dance with me and I'll give you a gift worth giving
Take a chance with me and I'll show you a life that's worth living
Life's much too good, my friend. Don't let it end.

Come waltz with me and let go of the way you are going
Come talk to me and I'll tell you what's really worth knowing
Life's much too good, my friend. Don't let it end.

Come dance with me and I'll give you a gift worth giving
Take a chance with me and I'll show you a life that's worth living
Life's much too good, my friend. Don't let it end.
 
 
με τον   Ν τ έ μ η    Ρ ο ύ σ σ ο
που μας άφησε τούτη την Κυριακή ..

Τα Πλοία Των Ερώτων


Όταν ο άνεμος φυσά
κι οι άνθρωποι σωπαίνουν
κάτι σκιές με προσκαλούν
στις έρημες μαρίνες
τα πλοία των ερώτων μας
μου δείχνουν που πεθαίνουν
και τριγυρνούν στην πλώρη τους
νεράιδες και σειρήνες

Πάνω στον πάγκο ενός καφέ
τα βρόχινα τους μάτια
για τα ναυάγια με ρωτούν
και της ζωής το ψέμα
κι εγώ δειλά τους απαντώ
κοιτώντας τα κατάρτια
η δύση κι η ανατολή
έχουν το ίδιο αίμα





Έτσι στα καθημερινά
αμήχανοι γυρνάμε
παιδιά που παίζουν στη βροχή
με τρυπημένη μπάλα
μα κάποιος γέρος ναυτικός
μας είχε πει θυμάμαι
πως πάντα μέσα μας θα ζουν
τα μπάρκα τα μεγάλα


Τρικάταρτο η αγάπη σου
και ο καιρός αρμύρα
μια Κυριακή σ’αντίκρισα
και μού’κλεψες το φως μου
ό, τι με πνίγει ν’αγαπώ
είν’η δική μου μοίρα
καλά ταξίδια, μάτια μου, 
στις θάλασσες του κόσμου ...


Δημήτρης Μητροπάνος 

σε στίχους Άλκη Αλκαίου 
και μουσική  Θάνου Μικρούτσικου

Θεέ μου μεγαλοδύναμε..



Θεέ μου μεγαλοδύναμε
που'σαι ψηλά εκεί απάνω
ρίξε λιγάκι τουμπεκί,
Θεούλη μου
στον αργιλέ μου απάνω






Ανάμεσα στης εκκλησιάς
τις αψηλές καμάρες
ανάβαμε τις λουλαδιές,
Θεούλη μου
σα να'τανε λαμπάδες

Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα
με τ'άσπρα του τα γένια
του ρίχνω μία ντουμανιά,
Θεούλη μου
ξεραίνεται στα γέλια

Κι όταν φουντώσει ο αργιλές
κι έρθουμε σε ντουμάνι
στείλε όλους τους αγγέλους σου,
Θεούλη μου
να πουν το νάνι νάνι


-------                         -------------                        ---------

Τραγουδά ο Γιώργος Μουσταϊρας
-στο μπουζούκι ο
Νίκος Πετσάκος και Λυμπέρης Πιτουράς σε κιθάρες, μπαγλαμά


Το αδέσποτο ρεμπέτικο  «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» ηχογραφήθηκε το 2008  από τον Γ. Μουσταϊρα για το CD που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "
Ρεμπέτ Ασκέρι & άλλα διηγήματα"  (εκδ Ερωδιός) μαζί με τα τραγούδια:
«Ντουμανότρυπες» σε στίχους Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και μουσική αγνώστου και
«Πώς να κουρδίσεις μπαγλαμά» σε στίχους Γ. Μουσταΐρα και μουσική Νίκου Πετσάκου & Λυμπέρη Πιτουρά. 




Και εδώ από τον Δημήτρη Κοντογιάννη

I've Been Loving You Too Long (to Stop Now)




I've been loving you too long to stop now
There were time and you want to be free
My love is growing stronger, as you become a habit to me


Oh I've been loving you a little too long
I dont wanna stop now, oh
With you my life,
Has been so wonderful
I can't stop now
There were times and your love is growing cold
My love is growing stronger as our affair [affair] grows old
I've been loving you a little too long, long,
I don't want to stop now
oh, oh, oh
I've been loving you a little bit too long
I don't wanna stop now






 






No, no, no
Don't make me stop now
No baby
I'm down on my knees Please, don't make me stop now
I love you, I love you,
I love you with all of my heart
And I can't stop now
Don't make me stop now
Please, please don't make me stop now
Good god almighty I love you
 





I love you, I love you, I love you
I love you, I love you

I love you in so many different ways...






και από τον Otis Redding


και μια λίγο διαφορετική εκτέλεση από την Etta James



A change is gonna come









I was born by the river in a little tent
Oh and just like the river I've been running ever since
It's been a long, a long time coming
But I know a change gonna come, oh yes it will


It's been too hard living but I'm afraid to die
Cause I don't know what's up there beyond the sky
It's been a long, a long time coming
But I know a change gonna come, oh yes it will

I go to the movie and I go downtown somebody keep telling me don't hang around
It's been a long, a long time coming
But I know a change gonna come, oh yes it will

Then I go to my brother
And I say brother help me please
But he winds up knockin' me
Back down on my knees

Ohhhhhhhhh.....

There been times that I thought I couldn't last for long
But now I think I'm able to carry on
It's been a long, a long time coming
But I know a change gonna come, oh yes it will


κι εδώ απ τη μοναδική Tina
 
όπως και μια επίσης εξαιρετική εκτέλεση απ τον Anthony Hamilton


α λ λ ά ....
καμία σαν του Otis Redding ..

A Place In My Heart

Sometimes I wonder what am I gonna do
Sometimes I'm afraid now darling
I still look around for you
No matter who you are
No matter what you do
There's a place in my heart, for you
Here all alone,
Sitting here with my blues
Alone cold and scared now baby


Oh, I've been missing you
All the time I've been thinking
Everything we've went through
There's a place in my heart for you
Yes and I wonder, do you know how I feel baby
Believe me when I tell you now darling
This here is for real
Oh it's time for me to start over
Go and get something new
I'm so lost without you baby
I don't know what to do

[Solo]

Sometimes I wonder what I'm gonna do
Sometimes I'm afraid now darling
Oh, I'm still looking around for you
No matter who you are
No matter what you do
There's a place in my heart, for you

I've seen trouble come,
All the tears I've cried
Trouble coming baby
But time's on my side
There's a place in my heart, for you.


Joe Bonamassa "A place in my heart" 





και η πρωτότυπη εκτέλεση από τον   Bernie Marsden 






Epitaph - King Crimson

The wall on which the prophets wrote
Is cracking at the seams
Upon the instruments of death
The sunlight brightly gleams
When every man is torn apart
With nightmares and with dreams,
Will no one lay the laurel wreath
As silence drowns the screams


Confusion will be my epitaph
As I crawl a cracked and broken path
If we make it we can all sit back and laugh,
But I fear tomorrow I'll be crying,
Yes I fear tomorrow I'll be crying
Yes I fear tomorrow I'll be crying

Between the iron gates of fate,
The seeds of time were sown,
And watered by the deeds of those
Who know and who are known;
Knowledge is a deadly friend
If no one sets the rules
The fate of all mankind I see
Is in the hands of fools

Confusion will be my epitaph
As I crawl a cracked and broken path
If we make it we can all sit back and laugh,
But I fear tomorrow I'll be crying,
Yes I fear tomorrow I'll be crying

Long Way Home - Tom Waits








Well I stumbled in the darkness
I'm lost and alone
Though I said I'd go before us
And show the way back home
Is there a light up ahead
I can't hold on very long
Forgive me pretty baby but I always take the long way home

Money's just something you throw
Off the back of a train
Got a handful of lightening
A hat full of rain
And I know that I said
I'd never do it again
And I love you pretty baby but I always take the long way home

I put food on the table
And a roof overhead
But I'd trade it all tomorrow
For The highway instead
Watch your back if I should tell you
That loves the only thing I've ever known
One thing for sure pretty baby I always take the long way home

You know I love you baby
More than the whole wide world
You are my woman
I know you are my pearl
Let's go out past the party lights
Where we can finally be alone
Come with me and we can take the long way home
Come with me, together we can take the long way home
Come with me, together we can take the long way home









I get the blues
I get high
I'll explode like dynamite
And i'll cry 'till the dust

Settles down
I guess i'm hard when i'm soft
And i'm cold when i'm feeling so hot
Sometimes i guess things just happen too fast
Forget what i said - forget what i did
It's not what i meant - so can you forgive it
Just came out wrong
I'm taking it back
Forget what i said
But i can love you like hell
Put under my black magic spell
And i can kiss you like nobody else

I'll make good of my bads
I'll make nice of all that is sad
I'll cut off - the dead hands - of my past
Forget what i said - forget what i did
It's not what i meant - so can you forgive
It's just came out wrong - i'm taking it back

Please forget about it