Try me - James Brown



 Try me Try me
Darlin tell me
I need you
Try me Try me
And your love will always be true
Oh I need you (I need you)
Hold me Hold me
I want you right here by my side
Hold me Hold me
And your love we won't hide
Oh I need you (I need you)
Oh i need you (I need you)
Oh oh walk with me (walk with me)
Talk with me (talk with me)
I want you to stop my heart from crying
Walk with me (walk with me)
Talk with me (talk with me)
And your love stops my heart from dying
Oh I need you (I need you hoo hoo)









Ο Τζέιμς Μπράουν, γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1933 στο Μπάρνγουελ της Καλιφόρνια και μεγάλωσε στη γειτονική Αγκούστα της Τζόρτζια. 
Κατά την παιδική του ηλικία και μεσούσης της οικονομικής κρίσης του μεσοπολέμου, βοηθούσε την οικογένεια του να αντεπεξέλθει μαζεύοντας βαμβάκι και γυαλίζοντας παπούτσια. Σε ηλικία 16 ετών καταδικάστηκε για ένοπλη ληστεία και παρέμεινε για τρία χρόνια σε κέντρο αναμόρφωσης ανηλίκων στην Τόκοα των ΗΠΑ. Αφέθηκε ελεύθερος με την παρέμβαση της οικογένειας του και τον μετέπειτα συνεργάτη του Μπόμπι Μπέρντ. Μετά την αποφυλάκιση του, έκανε διάφορες δουλειές και ασχολήθηκε για μικρό διάστημα με το μποξ και το μπέιζμπολ χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Ένα τραυματισμός στο γόνατο σήμανε το οριστικό τέλος της ενασχόλησης του με τα σπορ και στράφηκε στη μουσική.








Από το αναμορφωτήριο στη δισκογραφία


Το 1955 μπήκε στο συγκρότημα του Μπόμπι Μπέρντ τους «The Avons» που μετονομάστηκε σε «The Famous Flames». Η πρώτη τους επιτυχία ήταν το σινγκλ «Please, Please, Please» (1956) έφτασε στο #5 των R&B τσαρτς. 






Ωστόσο, οι επόμενες κυκλοφορίες πέρασαν μάλλον απαρατήρητες. Μετά από 9 ανεπιτυχείς κυκλοφορίες, ο Μπράουν απέσπασε σταδιακά τον έλεγχο του συγκροτήματος από τον Μπερντ συμμετέχοντας όλο και πιο ενεργά στη διαμόρφωση του μουσικού τους στιλ, στα φωνητικά και στη συγγραφή των στίχων και της μουσικής. Το συγκρότημα άρχισε να αναφέρεται σαν σόλο σχήμα του Τζέιμς Μπράουν και οι «The Famous Flames» σαν «backup». 
Όλες οι συνθέσεις του Μπράουν ήταν χαρακτηριστικά γκόσπελ και R&B με επιρροές από μουσικούς όπως ο Λιτλ Ρίτσαρντ και ο Ρέι Τσάρλς. Είχαν μια ιδιαίτερη ρυθμική προσέγγιση και ένα επιθετικό στιλ στα φωνητικά κάτι που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως «Funk». The James Brown sound 

Ο Λιτλ Ρίτσαρντ συνέχιζε να έχει επιρροή στη μουσική και στην καριέρα του Μπράουν ακόμη και όταν τα παράτησε για να γίνει ιεροκήρυκας. Ο Μπραουν συνέχισε να εμφανίζεται ζωντανά με το συγκρότημα του Ρίτσαρντ, καλύπτοντας τις ημερομηνίες που άφησε κενές και μέλη της μπάντας του έγιναν οι «Fabulous Flames». Ένα χρόνο αργότερα το συγκρότημα κυκλοφόρησε το σινγκλ «Try Me,» που έγινε η πρώτη #1 επιτυχία του Μπράουν. Η ενορχήστρωση και υλοποίηση των συνθέσεων, άρχισε να ενσωματώνει στοιχεία αυτοσχεδιασμού, έντονους και ιδιαίτερους ρυθμούς. 






Στην επιτυχία του 1961 «Night Train» μπορεί να δει κάποιος για πρώτη φορά τον περίφημο πλέον «The James Brown sound». Η κατάκτηση της κορυφής Αν και τα πρώτα του σινγκλ ήταν επιτυχίες μόνο στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, η επιτυχία σε εθνικό επίπεδο ήρθε το 1962 όταν κυκλοφόρησε η ηχογράφηση της ζωντανής του εμφάνισης στο «Apollo Theater». Η εμφάνιση χρηματοδοτήθηκε από τον ίδιο τον Μπράουν και το άλμπουμ «Live at the Apollo» κυκλοφόρησε χωρίς τη συγκατάθεση της εταιρείας του «King Records». Την επιτυχία αυτή ακολούθησε η κυκλοφορία διάφορων σινγκλ και ο Μπράουν, παραβιάζοντας για ακόμη μια φορά τους όρους του συμβολαίου του, κυκλοφόρησε το «Out of Sight» για τη «Smash Records». Η επακόλουθη δικαστική διαμάχη είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της κυκλοφορίας των φωνητικών του για πάνω από έναν χρόνο. Τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ήταν η πιο εμπορικά επιτυχημένη περίοδος στην καριέρα του. Δυο από τα «σήμα κατατεθέν» τραγούδια του, το «Papa’s Got a Brand New Bag» and «I Got You (I Feel Good), βρέθηκαν στα 10 καλύτερα της ποπ σκηνής και στο #1 των R&B τσαρτς.







Ο Μπράουν συνέχισε να αναπτύσσει το ιδιαίτερο μουσικό του ιδίωμα και το 1967 κυκλοφόρησε το «Cold Sweat» που χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως η πρώτη πραγματικά funk ηχογράφηση. Στα τέλη της δεκαετίας του 60 και με την προσθήκη μουσικών από το χώρο της τζαζ, όπως ο τρομπετίστας Λιούις Χάμλιν, ο σαξοφωνίστας Άλφρεντ «Pee Wee» Έλις και ο κιθαρίστας Τζίμι Νόλεν άρχισε να αναμειγνύει το R&B με την τζαζ. Ηχογραφώντας τα «I Got the Feelin'», «Licking Stick-Licking Stick» και «Funky Drummer» η μουσική του έλαβε μια ακραία ρυθμική διάσταση που μόνο σε ίχνη επέτρεπε στοιχεία μελωδίας. Τα φωνητικά του, κάτι σαν τραγούδι, κάτι σαν ομιλία είναι τα πρώτα βήματα στη δημιουργία και εξέλιξη της χιπ – χοπ μουσικής. Τα πνευστά, οι κιθάρες, τα μπάσα και τα κρουστά ανακατεύτηκαν όλα μαζί σε τζαζ επαναλήψεις με την παρεμβολή τουλάχιστον μιας διακοπής. Ολοένα και περισσότερο, οι στίχοι του άρχισαν να περιέχουν κοινωνικά και πολιτικά σχόλια κυρίως σε ότι αφορούσε τη θέση των αφροαμερικανών στην κοινωνία. Η επίτομη της κριτικής είναι τραγούδια όπως «Say It Loud – I’m Black and I’m Proud», «I Don’t Want Nobody to Give Me Nothing (Open Up the Door I’ll Get It Myself)». Αυτό συνοδεύτηκε και με μια αλλαγή στο ακροατήριο του αφού πλέον οι λευκοί αμερικάνοι δεν μπορούσαν να ταυτιστούν με τους στίχους του. Στη δεκαετία του 1970 τα περισσότερα μέλη της αρχικής μπάντας είχαν αποχωρήσει. Μαζί με τον Μπόμπι Μπέρντ άρχισε να προσλαμβάνει μουσικούς που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως οι μεγάλοι του funk. Μεταξύ αυτών και ο μπασίστας Μπούτσι Κόλινς, ο κιθαρίστας Φέλπς «Catfish» Κόλινς και ο τρομπετίστας και διευθυντής ορχήστρας Φρεντ Γουέσλι. 





Το νέο σχήμα πήρε το όνομα «The JB’s» από τα αρχικά του Μπράουν και κυκλοφόρησε το μνημειώδες «(Get Up I Feel Like Being a) Sex Machine». Η καταξίωση Εξαγοράζοντας ραδιοσταθμούς σε ολόκληρη την Αμερική μαζί και τον «Augusta’s WRDW», όπου μικρός γυάλιζε παπούτσια, δημιούργησε σταδιακά μια μουσική αυτοκρατορία. Το 1973 ήρθε η καθολική αναγνώριση από τη μουσική κοινότητα. Διάφοροι επιφανείς μουσικοί της τζαζ άρχισαν να συγκαταλέγουν τον Μπράουν στις κυρίαρχες επιδράσεις της μουσικής τους με προεξέχοντα τον Μάιλς Ντέιβις. Έχοντας ήδη αποκτήσει ένα κολοσσιαίο μουσικό στάτους της μουσικής, το 1974 εμφανίστηκε ζωντανά πριν το αγώνα μποξ «The Rumble in the Jungle» μεταξύ του Μοχάμετ Άλι και του Τζόρτζ Φόρμαν.






Η παρακμή

Οι κριτικοί υποστηρίζουν τα μέσα της δεκαετίας του 70 σηματοδοτούν την μουσική του παρακμή. Παρόλα αυτά οι επόμενες ηχογραφήσεις του για την Polydor, μεταξύ των οποίων και το «The Payback» , το «Papa Don’t Take No Mess», το «Stoned to the Bone», το «Funky President (People It’s Bad)» και το «Get Up Offa That Thing» συγκαταλέγονται ακόμα μεταξύ των κορυφαίων του. Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας τα περισσότερα μέλη του σχήματος του άρχισαν να αποχωρούν για να δημιουργήσουν τα δικά τους συγκροτήματα. Το κίνημα της ντίσκο που ο ίδιος περίμενε, αν όχι δημιούργησε,, άρχισε σταδιακά να επισκιάζει τη δική του μουσική καριέρα. 


Στα μέσα της δεκαετίας του 80, βρέθηκε σποραδικά στο προσκήνιο με τηλεοπτικές εμφανίσεις στο «The Blues Brothers», στο «Rocky IV» και σε ένα επεισόδιο του «Miami Vice» το «Missing Hours». Συνεργάστηκε με τον ιδρυτή της χιπ – χοπ σκηνής, τον Άφρικα Μπαμπάτα, στο σινγκλ «Unity» και το συγκρότημα «Full Force» με το οποίο έκανε το «Static» που έφτασε στο #5 των R&B τσαρτς. 

Η σκοτεινή του πλευρά 

Παρά την επιστροφή του στο προσκήνιο, ο Μπράουν αντιμετώπισε διάφορες οικονομικές και δικαστικές περιπέτειες. Το 1988 συνελήφθη μετά από καταδίωξη σε αυτοκινητόδρομο της Αγκούστα και εξέτισε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Αργότερα συνελήφθη και φυλακίστηκε για εκφοβισμό ανθρώπων με τη χρήση πυροβόλων όπλων, για κατάχρηση PCP, για κατοχή ναρκωτικών, άσκηση βίας κατά της συζύγου του και διάφορες άλλες παρανομίες. 

Το τέλος 

Παραμονή Χριστουγέννων 2006 εισήχθη στο νοσοκομείο «Emory Crawford Long» της Ατλάντα με συμπτώματα πνευμονίας. Εξέπνευσε μια μέρα αργότερα, στις 25 Δεκεμβρίου 2006 από ανακοπή καρδιάς


Πηγή 

Amara me - Να μ΄ αγαπάς..

Μια χήρα από το Abruzzo κλαίει για αυτόν που έχασε στη θάλασσα, κλαίει για την ίδια, κλαίει για το παιδί της, που θα το θερίσει η πείνα. Ουρλιάζει! Αρνείται το τετελεσμένο, το μη αναστρέψιμο. Δεν αποδέχεται το πώς διαμορφώνεται η ζωή της. Αρνείται το … αύριο. Ο τεράστιος μουσικός Νino Rota μαγεύεται από το θλιμμένο μοιρολόι της χήρας από το Abruzzo και συνθέτει το amara me (θα μ’ αγαπάς). 


Οι στίχοι είναι γραμμένοι από άγνωστο στιχουργό τον 17ο αιώνα σε μία τοπική διάλεκτο της νότιας Ιταλίας, κάτι ανάμεσα σε Ναπολιτάνικα και Γενοβέζικα, γι αυτό και είναι δύσκολη η μετάφραση του τραγουδιού, ακόμη και από Ιταλούς, στις μέρες μας.



 




Βαλτοτόπια και μαύρη θάλασσα εσύ είσαι πεθαμένος κι εγώ τι θ' απογίνω
σαν κουρέλια οι πλεξίδες μου πέφτουν στο πρόσωπό μου
τα βαλτοτόπια τα βαλτοτόπια κι η μαύρη, μαύρη θάλασσα
κι εγώ να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να χαθώ.

Είμαι μια ψυχή χαμένη ο άνθρωπός μας μ' άφησε για πάντα
το σκυλί πια δεν γαβγίζει τα παραθύρια κλείσανε
τα βαλτοτόπια τα βαλτοτόπια κι μαύρη, μαύρη θάλασσα
κι εγώ να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να χαθώ.

Είχα κάποτε ένα καλυβάκι τώρα είμαι μόνη κι έρημη
δίχως σπίτι και κρεβάτι δίχως ψωμί και συντροφιά
τα βαλτοτόπια, τα βαλτοτόπια και μαύρη, μαύρη θάλασσα
κι εγώ να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να σκοτωθώ, να χαθώ.



''...Ενας πελώριος ήχος.. "






«Πάντα ήταν στιβαρός και εύσωμος, κι όταν πια είχε πατήσει τα τριάντα, ήταν λες και το σώμα του έψαχνε ευκαιρία να διογκωθεί ακόμη περισσότερο. Καθώς περνούσε ο καιρός, το σώμα του και ο ήχος του σχεδόν εξομοιώθηκαν: μεγάλα, βαριά, στρογγυλά. Τον έβλεπες ζωντανά στη σκηνή και πρόσεχες πλέον το στρογγυλό στομάχι, τις σακούλες κάτω απ τα μάτια του, το στρογγυλό του πρόσωπο- δεν υπήρχαν πουθενά γωνίες. Όταν έπαιζε, τα μάτια του γυρνούσαν προς τα μέσα, ο λαιμός και τα μάγουλα φούσκωναν σα να επρόκειτο να γίνει μια τέλεια σφαίρα.



Πάντα του άρεσε να παίζει αργά, και τώρα οι κινήσεις του είχαν επιβραδυνθεί σε βαθμό που υπήρχε πλέον απόλυτη αρμονία ανάμεσα στο πώς ήθελε να κινηθεί το σώμα του και τι ήχο παρήγαγε. Έπαιζε τις μπαλάντες τόσο αργά, που άκουγες το χρόνο να τον πλακώνει με το βάρος του. 







Κατά κάποιον τρόπο, όσο πιο αργά έπαιζε, τόσο το καλύτερο.  Είχε ζήσει μια μεγάλη ζωή και υπήρχαν πολλά που χρειάζονταν να μπουν σε κάθε νότα. 





Κι από την άλλη, υπήρχε ένα κομμάτι του που δεν είχε μεγαλώσει ποτέ, είχε τα συναισθήματα ενός μικρού αγοριού και καμιά φορά απλά μυξόκλαιγε μέσα στο κόρνο έτσι που, ακόμη κι όταν έπαιζε κάτι απλό και όμορφο, μπορούσε να σου ξεριζώσει την καρδιά.   Είχε έναν πελώριο ήχο, κι όταν τον άκουγε κανείς να καλοπιάνει αυτόν τον ήχο και να τον μετατρέπει σε κάτι τόσο απαλό, ήταν σα να βλέπει τον κτηνοτρόφο να κρατάει το νεογέννητο ζώο όλο προσοχή στα χέρια του, ή σαν κάποιον χτίστη που προσφέρει λουλούδια στη γυναίκα που αγαπάει. 




Στο ‘’
Cottontail’’ έχει έναν ήχο σαν τη γροθιά του παλαιστή, αλλά παίζει την μπαλάντα λες κι είναι ένα πλάσμα τόσο εύθραυστο, τόσο ψυχρό κι ετοιμοθάνατο, που μόνο η ζέστη μιας ανάσας μπορεί να το επαναφέρει στη ζωή, τόσο αδύναμο, που ακόμη κι αυτή η ανάσα, μοιάζει ανεμοθύελλα»






Ο Ben Webster ( 27.03. 1909 - 20.09.1973)
μέσα απ΄το βλέμμα του
Geof Dyer στο εξαιρετικό   "Κι όμως... όμορφα 










I can't quit you baby - Willie Dixon





Well, I can't quit you baby
But I got to put you down a little while
Well, I can't quit you baby
But I got to put you down a little while
Well, you done made me mess up my happy home
Made me mistreat my only child
Ah, when you hear me moanin' and groanin'
Whoa, you know it hurts me way down inside
Whoa when you hear me moanin' and groanin'
You know it hurts way down inside 


Oh, when you hear me howlin'
Ooh, you know my love will never die, alright
Well, when you see me cryin'
Don't let my tears fall in vain
Well, when you see me cryin, darlin'
Please don't let my tears fall in vain
Lord, I don't know what to do
You know my heart is filled with pain
Alright, alright
Whoa, when you hear me howlin', baby
You know it hurts way down inside



-------

κι μία δυνατή λάιβ εκτέλεση από τη Sara Zaccarelli 



Dance me to the end of love - Η ιστορία πίσω από το ερωτικό τραγούδι των κρεματορίων του θανάτου και της φρίκης



 Είναι ένα τραγούδι που πολλοί απ’ όσους το άκουσαν το ερωτεύτηκαν ίσως περισσότερο κι απ’ τον άνθρωπο που του το αφιέρωσαν. Η μυσταγωγία της μελωδίας, η αισθαντικότητα των φωνών, η αναγλυφότητα των συναισθημάτων, ο κραδασμός των αισθήσεων, σε ταξιδεύουν τόσο μακριά απ’ τη λογική, τόσο βαθιά στο κέντρο του σύμπαντος της ανθρώπινης «ολότητας», αυτής της αίσθησης του αέναου, του ανέπαφου, του αμόλυντου, του αθάνατου, που σου υπόσχεται ο έρωτας, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε ούτε θα ανακαλύψει, δεν γεύτηκε ούτε θα γευτεί, δεν ρίγησε ούτε θα ριγήσει, δεν διαλύθηκε ούτε θα διαλυθεί για τον έρωτα όπως εσύ. Πως κανείς δεν ένιωσε αυτό το απόκοσμο χάδι, που άλλοτε μοιάζει ουρανός άλλοτε ανάσα της αβύσσου, άλλοτε φωτιά των αισθήσεων άλλοτε σκίρτημα θανάτου, τόσο έντονα όσο εσύ, τόσο έντονα όπως αυτό το τραγούδι σε κάνει να νιώθεις στο πετσί σου καθώς ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε έρωτας, κάθε οργασμός των αισθήσεων, είναι ένας μικρός θάνατος – και γι’ αυτό άλλωστε ο έρωτας αυτή η «ανδρόγυνος» οντότητα είναι η μόνη εν ζωή αθανασία, ο μόνος μάγος που μπορεί πάντα με το ίδιο, με αυτό το ένα και μοναδικό του ξόρκι, να νικάει το φθαρτό.

Και γι’ αυτό ο έρωτας κι ο θάνατος που ξεχειλίζουν από τούτο το απόκοσμης ομορφιάς τραγούδι σε συνεπαίρνουν αμέσως, ρίχνοντάς σε στην αγκαλιά αυτού του παντοτινού ταγκό, του ρυθμού που αναδύθηκε από τα μπορντέλα της Αργεντινής για να κατακτήσει, να αλώσει ολοκληρωτικά, το σώμα της Δύσης.

Όμως σε τούτο το τραγούδι του έρωτα, ο θάνατος είναι πολύ πιο παρών, πιο εφιαλτικά αδυσώπητος, απ’ ό,τι θα φανταζόταν ποτέ κανείς… Η ψυχρή του ανάσα είναι διάχυτη παντού. Η αλήθεια του παγώνει το καυτό φιλί των εραστών, αφυδατώνει την υγρασία των αισθήσεων, επισκιάζει τα χρώματα του πάθους παύει την πανδαισία των αγγιγμάτων.



Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένα τραγούδι γραμμένο για εραστές όπως νομίζουν όσοι ριγούν στο άκουσμά του…




Το τραγούδι αυτό είναι κυριολεκτικά, ένα ξόρκι θανάτου. Ένα αληθινό αντίδοτο αγωνίας στο δηλητήριο της κτηνωδίας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ένα βάλσαμο ανάμνησης στο μαρτύριο της φρίκης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι, όλοι εκείνοι που εξοντώθηκαν στακρεματόρια του ναζισμού.


Είναι ένα τραγούδι γεμάτο επιθανάτιες κραυγές ενός παράλογου μαρτυρίου, στοιχειωμένο από το κλάμα των παιδιών, από τη κραυγή των σημαδεμένων, από τον ψίθυρο των σκελετωμένων που δεν είχαν πια φωνή, από το ανατριχιαστικό σύρσιμο των νεκροζώντανων που περίμεναν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μέσα στην εξαθλίωση, την αγωνία, το μαρτύριο, το τέλος τους.

Είναι ποτισμένο από εκείνη τη φρικτή μυρωδιά της καμμένης σάρκας, από τον παραλογισμό του ναζισμού –του ναζισμού που αναβιώνει σήμερα, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι σαν φάρσα πια αλλά σαν θέατρο του παραλόγου.

Αυτό το τραγούδι είναι η φρίκη της απαίτησης να παίζουν μουσική, οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι, στους διαδρόμους των στρατοπέδων, την ώρα που οι άλλοι περνούσαν μπροστά τους στην ουρά του Άουσβιτς, του Νταχάου, πηγαίνοντας από την ουρά της φρίκης, να θανατωθούν και να καούν στα κρεματόρια. Είναι όλα τα τελευταία βλέμματα που κοίταξαν τον κάθε Εβραίο μουσικό και το «φλεγόμενο βιολί» του, με την ιστορία ζωής, πόνου, που κουβαλούσε το καθένα απ’ αυτά, την ώρα που εκείνοι βάδιζαν προς το θάνατο, και την ίδια ώρα που ο συγκρατούμενός τους μουσικός υποχρεωνόταν από τους ναζί να παίζει κλασική μουσική στους διαδρόμους αυτής της γήινης κόλασης.










σκίτσο της Helga Weissovaσκίτσο της Helga Weissova


Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένας χορός ως το τέλος της αγάπης, αλλά ένας χορός ως το τέλος της ύπαρξης, που εφορμώντας από τη γενεσιουργό πηγή του πάθους για τη ζωή, μπορεί εντέλει να αγκαλιάζει σφιχτά συμπαρασύροντας ως το θάνατο ακόμα και την ίδια την αγάπη. Γι’ αυτό ενώ είναι ένα τραγούδι που γεννήθηκε από το θάνατο, μπορεί να αγκαλιάζει, να δονεί τον έρωτα και τη ζωή…

Γιατί, σύμφωνα με το δημιουργό του Leonard Cohen όπως διηγήθηκε κάποτε χαρακτηριστικά γι’ αυτό «Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης. Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα. Και υποχρεώνονταν να παίζουν κλασική μουσική,την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το “χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί” εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση. Όμως αυτή είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την απόλυτη παράδοση στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη μας, έτσι ώστε σ’ ένα τραγούδι να μην είναι σημαντικό εντέλει να γνωρίζει κανείς την απαρχή της γένεσής του, γιατί εάν και η ίδια η γλώσσα προέρχεται απ’ αυτή την γενεσιουργό πηγή πάθους, μπορεί να αγκαλιάσει οποιαδήποτε παθιασμένη ενέργεια». 







Σήμερα, λοιπόν, με αφορμή τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» -το Πογκρόμ κατά των Εβραίων στις 9 Νοέμβρη του 1938 από τη ναζιστική Γερμανία…


…σήμερα «χόρεψέ με στην ομορφιά σου, με ένα φλεγόμενο βιολί», μία νότα, έναν ήχο, μια μελωδία, ένα όραμα που να κάψει επιτέλους τη φρίκη αυτού του κόσμου, να κάνει στάχτη την ασκήμια του, τον παραλογισμό του, το μάταιο και άσκοπο πόνο, το θρήνο για την ανθρωπιά που χάνει ξανά και ξανά στο λυκόφως της ντροπής της η ανθρωπότητα…


Dance me to the end of love…



Κατερίνα Δήμα
από εδώ 


-------




Dance me to your beauty with a burning violin

Dance me through the panic 'til I'm gathered safely in
Lift me like an olive branch and be my homeward dove
Dance me to the end of love
Dance me to the end of love

Oh let me see your beauty when the witnesses are gone
Let me feel you moving like they do in Babylon
Show me slowly what I only know the limits of
Dance me to the end of love
Dance me to the end of love
Dance me to the wedding now, dance me on and on
Dance me very tenderly and dance me very long
We're both of us beneath our love, we're both of us above
Dance me to the end of love
Dance me to the end of love

Dance me to the children who are asking to be born
Dance me through the curtains that our kisses have outworn
Raise a tent of shelter now, though every thread is torn
Dance me to the end of love

Dance me to your beauty with a burning violin
Dance me through the panic till I'm gathered safely in
Touch me with your naked hand or touch me with your glove
Dance me to the end of love
Dance me to the end of love
Dance me to the end of love


Leonard Cohen 

Say no more






Say no more
I think you'll never understand
I have refused the same demand
All my life ! 


Say no more
In my book there can be no blame
When you pretend I have no shame
You're half right !
All along
You kept trying to pin me down
Turn me into your house clown ...
If I don't fit the bill ...
All the same
I loved you then
I love you still ! 


Chorus:
Want to know the truth ? 


I caught a nasty bug
And when it got ahold of me
I could not shake it free !
A lasting blue note
Has been haunting me !
It's like an old mistress
Forever chasing me ... 


But say no more
I may not be an easy man
But the way you played your hand
I couldn't stand ! 


It's too bad
There is much more we could have done !
But now those days are dead and gone
Nothing lasts !
All along
You made me feel this useless guilt
Can you look back on what we built ?
I wonder what you saw in me ...
Tell me was it real ?
Was it love ?
You tell me ... 


Chorus
And though you think of it
As the cause of my fall ! 


Never mind, I'm blessed ... I'm here ... at all !




A fool no more..





Yes, I've packed up my clothes
I'm moving away from your door
Lord, I've packed up my clothes
Said, I'm moving away from your door
I've been your fool for so long
Babe, I wont play that fool no more




 
I gave you all my money
I work as hard as I can
I came home early one morning
I found you with another man
 
Babe, I've packed up my clothes I'm moving away from your door Said, I've been your fool for so long And lord, I wont play that fool no more
 
So goodbye, baby You don't even care Yes, I had a love so strong for you But you treat me so unfair
 
Said, I've packed up my clothes I'm moving away from your door You know, I've been your fool for so long And babe, I wont play that fool no more

---
Κι εδώ μια απ τις πιο ωραίες διασκευές με την Kim Limbo 

 

Kind of Blue..



"Τη χρονιά που γεννήθηκα το Σεντ Λούις χτυπήθηκε από ένα φοβερό ανεμοστρόβιλο που σάρωσε τα πάντα. Ο ανεμοστρόβιλος εκείνος μου άφησε κάτι από τη βίαιη δημιουργικότητά του. Χρειάζεται δυνατό φύσημα, ξέρετε, για να παίξει κανείς τρομπέτα. Πιστεύω στο μυστήριο και το υπερφυσικό, κι ένας ανεμοστρόβιλος είναι σίγουρα και τα δυο"... 



 διηγείται ο Μάιλς Ντέιβις στην αυτοβιογραφία του.

Κι όταν εκείνος έπαιζε την τρομπέτα του ήταν «ανεμοστρόβιλος». Κι ο ήχος ήταν και μυστήριος και υπερφυσικός. 




Ο Miles Davis ήταν ένας διορατικός άνθρωπος. Μια σπουδαία προσωπικότητα στη ιστορία της τζαζ. Γεννήθηκε στης 29 Μαίου του 1926 στο ΄Αλτον του Ιλινόις, μια μικρή κωμόπολη στην πάνω μεριά του ποταμού Μισισιπή, κάπου 25 μίλια βόρεια από το ανατολικό Σαιντ Λούις, από ευκατάστατη οικογένεια. 

Ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος και η μητέρα του, μια όμορφη γυναίκα, πιανίστρια των μπλουζ. 
Το πρώτο του σχολείο ήταν το Τζων Ρόμπινσον για να συνεχίσει στο γυμνάσιο Λίνκολν, όπου ο δάσκαλος μουσικής Έκγουντ Μπιουκάναν, του έκανε μαθήματα τρομπέτας, έχοντας καταλάβει πόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη του να παίξει. Έκανε τοπικές περιοδείες με τη μπάντα του Billy Eckstine’s όταν ήταν ακόμα στο γυμνάσιο. 


Το 1944 πήγε στη Ν.Υ. προφασιζόμενος σπουδές στοJulliard School of Music, αλλά ο αληθινός στόχος ήταν να δουλέψει μαζί με τον Charlie Parker και Dizzy Gillespie. 

Αναρριχήθηκε πάρα πολύ γρήγορα μαθαίνοντας από αυτούς τους δύο σπουδαίους ανθρώπους της τζαζ, και έγινε δεξιοτέχνης της τρομπέτας και του φλούγκελχορν, παραμένοντας στην μπάντα του Parker για 3 χρόνια.





Το 1949 φτιάχνει μια δικιά του ορχήστρα που πήρε το όνομα "Miles Davis All Stars" θέτοντας τη τζαζ σε νέα κατεύθυνση. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν σαν επικεφαλής ορχήστρας. 
Μαζί με τον Gil Evans έφτιαξε μια μπάντα 9 ατόμων χρησιμοποιώντας μη παραδοσιακά όργανα της τζαζ, όπως το κόρνο και τη τούμπα. 


Εφεύρε ένα πιο χαμηλότονο στιλ, που γνώρισε στον κόσμο σαν ήρεμη τζαζ (cool jazz). 

Αυτό το στιλ επηρέασε μεγάλο αριθμό γκρουπ που έπαιζαν στη δυτική ακτή. 
Οι ηχογραφήσεις στη Capitol records που βγήκαν με τον τίτλο "The Birth of the Cool" το 1949 προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση. Στο γκρουπ συμπεριλαμβάνονταν επίσης και οι LeeKonitz, Gerry Mulligan και Max Roach. 
Ο Μάιλς έφερνε νέα πράγματα τόσο σε επίπεδο ήχου όσο και σε επίπεδο οργάνωσης του γκρουπ που ενοχλούσαν πολλούς, όπως το να φέρνει μουσικούς κάθε εθνικότητας. 

Ο ίδιος έλεγε ότι, θα έδινε δουλειά και σε έναν άνδρα με πράσινο δέρμα μόνο αν μπορούσε να παίξει το σαξόφωνό του τόσο καλά όσο και ο Lee Konitz. Μετά από πάλη τεσσάρων ετών με τα ναρκωτικά, κατάφερε να βγει νικητής, επηρεασμένος από την αυτοπειθαρχία του μποξέρ Sugar Ray Robinson.



«Ήταν πάντοτε ένα δώρο για μένα να ακούω μουσική με τον τρόπο που την ακούω. Δεν ξέρω από που έρχεται αυτό ξέρω όμως ότι είναι εκεί και δε το ψάχνω.»



Μετά από μια φανταστική εμφάνιση στο κλασικό Round Midnight του Thelonious Monk’s στο φεστιβάλ Newport Jazz Festival, ο Μάιλς έγινε περιζήτητος. Σχημάτισε ένα κουιντέτο με τους: John Coltrane, Red Garland, ‘’Philly Joe’’ Jones, και Paul Chambers. 



Ο Μάιλς είχε το χάρισμα να ακούει βαθιά μέσα του τη μουσική και να κατασταλάζει στο στιλ που ήθελε. Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50 έκανε διάσημη τη Modal jazz ανοίγοντας νέους δρόμους για μια ακόμα φορά, ηχογραφώντας δύο από τα κλασικότερα άλμπουμ όλων των εποχών στην ιστορία της τζαζ, το "Milestones" το 1958 και το "Kind of Blue" το 1959. 

Εν συνεχεία τα άτομα του γκρουπ χωρίστηκαν για να φτιάξουν τα δικά τους σημαντικά σχήματα που έγραψαν με τη σειρά τους τη δική τους ιστορία στο χώρο της τζαζ, όπως: ο John Coltrane, ο Cannonball Adderly, ο Red Garland, ο ‘’Philly’’ Jo Jones, ο Bill Evans, ο Wayne Shorter, ο Joe Zawinul, οKeith Jarrett, ο Tony Williamw, ο Herbie Hancock, ο John McGlaughlin, ο Chick Corea, ο John Scofield, ο Kenny Garrett, ο MikeStern και ο Bob Berg. 

Το 1955 σε μια περιοδεία του στο Παρίσι γνωρίζεται (μέσω της Ζυλιέτ Γκρεκό) με το Λουί Μαλ ο οποίος του ζητάει να γράψει τη μουσική για την ταινία "Ασανσέρ για δολοφόνους" ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1958 από την Κολούμπια με τον τίτλοJazz Track. ‘Ηταν η πρώτη φορά που ο Μάιλς καταπιάνεται με μουσική για τον κινηματογράφο και μάλιστα με τόση επιτυχία, θα ακολουθήσουν και άλλες όπως η Siesta (1987) της Mary Lampert σε συνεργασία με τον Marcus Miller (δίσκος αφιερωμένος στον GilEvans).

Μια από της σπουδαιότερες συνεργασίες του Μάιλς ήταν εκείνη με τον Gil Evans, καρπός της οποίας ήταν το "Sketches of Spain" το 1967, (ο δίσκος προέκυψε από τη σύνθεση του Χουακίν Ροντρίγκο "Concierto de Aranjuex") στο οποίο ο Μάιλς παίζει ισπανικό φλαμένκο συνεπικουρούμενος από ορχήστρα, ο τόνος του είναι τόσο όμορφος που ακούγεται σαν η τρομπέτα να τραγουδάει από μόνη της. 

Μετά από πειραματισμούς με διάφορα γκρουπ για 3 χρόνια ο Μάιλς διανύοντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής του δημιούργησε ένα γκρουπ μουσικών φέρνοντας για άλλη μια φορά νέες ιδέες στο χώρο της τζαζ. Το 1963 έφτιαξε το δεύτερο μυθικό κουιντέτο με τους:Wayne Shorter, Herbie Hancock, Ron Carter, και τον δεκαεξάχρονο Tony Williams. 

Για 5 χρόνια το γκρουπ αυτό άνοιξε νέους ορίζοντες βάζοντας ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη μουσική τζαζ. Το 1968 ο Μάιλς έφερε το Joe Zawinul και άρχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρικά όργανα. Έφτιαξε το κλασικό "In a Silent Way" το 1967 και ένα χρόνο αργότερα πρόσθεσε το Βρετανό κιθαρίστα JohnMcGloudhlin και αντικατέστησε τον Tony Williams (που έφυγε για να φτιάξει τη δική του μπάντα) με τον Jack DeJohnette, βάζοντας τη τζαζ σε νέα κατεύθυνση με το δίσκο "Bitches Brew" το 1969 στον οποίο ένωσε τη μουσική ροκ με τη τζαζ εισχωρώντας στα μονοπάτια της ηλεκτρονικής μουσικής. 
Αυτός ο δίσκος εξαπέλυσε την πρώτη βολή για την επαναστατική ένωση και πήγε τη τζαζ σε ένα καινούργιο επίπεδο διασημότητας πουλώντας πιο γρήγορα από κάθε άλλο άλμπουμ στην ιστορία της τζαζ. 

«Αυτά που παίξαμε στο "Bitches Brew" δεν μπορείς να τα γράψεις για να τα παίξει ορχήστρα. Όλη η ηχογράφηση ήταν ένας αυτοσχεδιασμός» σημειώνει στην αυτοβιογραφία του ο Μάιλς. 


Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 συνέχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρικά όργανα. Το 1976 ο συνδυασμός κακής υγείας και χρήσης κοκαΐνης καθώς και η απώλεια έμπνευσης είχε σαν αποτέλεσμα την αποχώρησή του για 3 χρόνια από τη μουσική σκηνή. Καταφέρνοντας να ελέγξει τη χρήση κοκαΐνης επανήλθε φτιάχνοντας μια σειρά δίσκων, ανοίγοντας νέους ορίζοντες, μη επαναπαυόμενος στις δάφνες του και στην παλιά του μουσική. Άρχισε να πειραματίζεται πιο πολύ με συνθεσάιζερ κάνοντας χρήση των τεχνικών δυνατοτήτων του στούντιο στις ηχογραφήσεις του. Κέρδισε μια σειρά βραβείων Grammy τη δεκαετία του ’80 και συνέχισε να ανακαλύπτει ομότεχνούς του όπως ο Garrett Stern και ο Berg. Ο Μάιλς Ντέιβις πέθανε το 1991 αφήνοντας ένα σημαντικότατο έργο που σφράγισε ανεξίτηλα την ιστορία της τζαζ.













Δεν θα φοβηθεί ποτέ κανέναν πειραματισμό...

«Ήμασταν κάτι σαν επιστήμονες του ήχου» περιγράφει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του. «Και η πόρτα να έτριζε μπορούσαμε να πούμε ακριβώς τι νότα ήταν ο ήχος».





«Επιστήμονας του ήχου» ο Μάιλς Ντέιβις υπήρξε και είναι ακόμη μία από τις σημαντικότερες φιγούρες στην ιστορία της τζαζ και μαζί με τον Τσάρλι Πάρκερ «γέννησαν» το bebop τη δεκαετία του ’40. Ο αυτοσχεδιασμός ήταν στο αίμα του και οι πειραματισμοί του πολλοί.
Τη δεκαετία του ’70 κατέληξαν σε ένα νέο μουσικό είδος το «fusion» μία μαγική μίξη τζαζ και ροκ. Στην καριέρα του συνεργάστηκε με τους κορυφαίους Charlie Parker, Charles Mingus, Gil Evans, Gerry Mulligan, John Coltrane, Herbie Hancock.






Ο πιο επιτυχημένος εμπορικά δίσκος του είναι το «Bitches Brew» ωστόσο αυτοί που σίγουρα ξεχωρίζουν είναι το «Kind of Blue» και το «Sketches of Spain» χωρίς τους οποίους, όπως κάποιος μελετητής του έργου του έγραψε... ο κόσμος ολόκληρος θα ήταν πιο θλιβερός.
Κι έγινε λίγο, όταν στις 28 Σεπτέμβρη του 1991, ο «μάγος» της τζαζ έφυγε από τη ζωή.
---

Miles Davis  26 Μαϊου 1926 -28 Σεπτ.1991      
Πηγές  εδώ 
   και εδώ

Τίποτα Δεν Έχει Σημασία*

  


Επιστρέφουν σιωπηλοί στο διαμέρισμά τους. Και αργότερα ξεσπά ένας ανόητος καβγάς: τον κατηγορεί για τον τρόπο που έτριψε την παρμεζάνα. Αίφνης, το διαμέρισμα γίνεται πολύ μικρό για δύο άτομα.
«Πάω κάτω να μαστορέψω λιγάκι», λέει.
Κι εκείνη μένει μόνη.

Ρίχνει μια ματιά στις μουσικές τους και βάζει το σάουντρακ του Τσετ Μπέικερ για το Let’s Get Lost, ένα ντοκιμαντέρ του Μπρους Γουέμπερ, που είναι από τους αγαπημένους της φωτογράφους. Η μελωδία είναι το «You’re My Thrill».
Συνοφρυώνεται προσπαθώντας να συγκεντρωθεί και να καταλάβει τους στίχους, έπειτα χάνει κάθε ενδιαφέρον. Ανοίγει το κινητό της – κανένα μήνυμα. Κι αν του στείλε εκείνη ένα μήνυμα; Να λέει, όμως, τι; Χτυπάει τα πλήκτρα του κινητού κι έπειτα σβήνει κάθετι που γράφει: «Αυτό το τραγούδι» (διαγραφή) «βλάκα» (διαγραφή) «εύχομαι» (διαγραφή) «γιατί είναι πάντα τόσο χαζό;» (διαγραφή) «τόσο ανόητο».
Το σβήνει κι αυτό και γράφει: «Μου λείπεις, μπορώ να έρθω για επίσκεψη;»
Το στέλνει. Στο στερεοφωνικό, ο Τσετ Μπέικερ τραγουδάει: «Nothing seems to matter… Here’s my heart on a silver platter… Where’s my will?»






Κάτω στο εργαστήρι, ο Μένζις προσπαθεί, τεντώνοντας και πετώντας στον τοίχο ένα ελαστικό ιμάντα, να πετύχει ένα σημάδι. Το πετυχαίνει μια φορά, έπειτα επιχειρεί άλλα τρία διαδοχικά χτυπήματα. Το παιχνίδι τον κουράζει, κι έτσι ξεκινά να σχεδιάζει φανταστικές εφευρέσεις που ποτέ δεν θα δημιουργήσει.
Του χτυπάει την πόρτα. «Γεια», λέει αμήχανα. «Ενοχλώ;»



*Τίτλοι Τέλους, Τομ Ράχμαν, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ

-----------



You're my thrill
You do something to me
You send chills right through me
When I look at you
'cause you're my thrill

You're
my thrill
How my pulse increases
I just go to pieces
When I look at you
'cause you're my thrill

Hmmm-
nothing
seems to matter
Hmmm-here's my heart on a silver platter
Where's my will
Why this strange desire
That keeps morning higher
When I look at you
I cannt keep still
You're my thrill























My heart will go on-- celine dion



--------------------

"I'm not an idiot, I know how the world works. 
I've got ten bucks in my pocket, I have no-nothing to offer you and I know that. 
I understand. 
But I'm too involved now. 
You jump, I jump remember? 
I can't turn away without knowing you'll be all right... 
That's all that I want."








Every night in my dreams
I see you, I feel you
That is how I know you, go on

Far across the distance
And spaces between us
You have come to show you, go on

Near, far, wherever you are
I believe that the heart does go on
Once more you open the door
And you're here in my heart
And my heart will go on and on

Love can touch us one time
And last for a lifetime
And never let go till we're gone

Love was when I loved you
One true time I hold you
In my life we'll always go on

Near, far, wherever you are
I believe that the heart does go on
Once more you open the door
And you're here in my heart
And my heart will go on and on

You're here, there's nothing I fear
And I know that my heart will go on
We'll stay forever this way
You are safe in my heart

Almost blue ..




 "...Στα είκοσί του ο τρομπετίστας Τσετ Μπέικερ μοιάζει με τον Τζέιμς Ντιν· ήδη όμως στο βάθος είναι ένα είδος Βερλέν: πάνω απ' όλα η μουσική και από κάτω τα σκουπίδια - ναρκωτικά αντί για αψέντι. Απόλυτη λεπτότητα στην έκφραση που κρέμεται από μια κλωστή. Δεν κυνηγάει με μαχαίρι τις διαδοχικές γυναίκες του, τις χτυπάει. Κι αυτές δεν τον εγκαταλείπουν. Βρίζει τους μουσικούς που τον συνοδεύουν όταν δεν τους κλοτσάει. Κι αυτοί, συνήθως, ξαναγυρίζουν.
Τον Τσετ τον αγαπούν, παρά τη θέλησή του, για τις στιγμές που προσφέρει, τις συγκινήσεις που ξυπνάει.
"Είναι εύκολο να τον αγαπήσει κάποιος γι' αυτά που παίζει, είναι δύσκολο γι' αυτά που ζει.
Δεν διαλέγουμε όμως υποχρεωτικά ανάμεσα στα δύο.
Τον αγαπάμε ".


James Gavin στη βιογραφία του Baker με τίτλο    "La Longue Nuit de Chet Baker "



Η ζωή αυτού του μουσικού που γεννήθηκε το 1929 και πέθανε το 1988, είναι η θλιβερή εποποιία αυτού που ο Μπάροουζ ονόμαζε «ο εκθαμβωτικός πανηγυριτζής με τη σύριγγα».
Στην Ιταλία, το 1959, ο Τσετ έφτανε να «χτυπήσει» 40 φορές μέσα σε 24 ώρες.
Ο Τζέιμς Γκάβιν περιγράφει τα πάντα με ακρίβεια και λεπτομέρειες που εντυπωσιάζουν. Θα έλεγε κανείς πως ανασκαλεύει τα γεγονότα για να εκδικηθεί για τις απογοητεύσεις του. Η ανάγνωση της βιογραφίας του, για κάποιον που αγαπάει τον Τσετ Μπέικερ, γρήγορα μετατρέπεται σε μυστικιστική εμπειρία. Διατρέχοντας τους κύκλους της αθλιότητας σιγά σιγά εξαγνίζεται όσο προχωράει προς τον τελικό, ουσιαστικό σκοπό: τη μουσική.

[...]
Από ηθική άποψη σήμερα ο Μπέικερ θα ήταν παράδειγμα προς αποφυγή. Δεν παύει ωστόσο διαρκώς να είναι ένα είδος φοίνικα: από τη φυλακή στην καλλιτεχνική αποτυχία αναγεννιέται, πολλές φορές, με τους ήχους του και μέσω αυτών. Στη διαδρομή του συναντάει πολλούς από τους μεγάλους της τζαζ. Τη δεκαετία του '50 είναι ένας ιδιοφυής τρομπετίστας στο πλάι του Τσάρλι Πάρκερ. Οι μαύροι μουσικοί ωστόσο τον σιχαίνονται. Η κριτική, παθιασμένη με το hard-bop, τον αντιμετωπίζει σαν ατελές αντίγραφο του Μάιλς Ντέιβις ή σαν καλλιτέχνη του βαριετέ. Δεν έχει καταλάβει τίποτε από το νέο, υβριδικό είδος που ο Μπέικερ φέρνει στη μουσική σκηνή. Ακολουθεί η ευρωπαϊκή του πορεία, στη Γαλλία και περισσότερο στην Ιταλία. Είναι η σκοτεινότερη - και η καλύτερη: σε duo ή σε trio, τραγουδώντας αδύναμα ή παίζοντας σιγανά την τρομπέτα του, ο Τσετ συναντάει επιτέλους τη σπάνια ιδιοφυΐα του: ένα όνειρο, μέσα στο κενό ενός δωματίου, που οδηγεί στον παράδεισο με μία και μοναδική νότα....."



Chet Baker by Ismael Vicedo









-------


Από τους καλύτερους τρομπετίστες της τζαζ, μ' έναν μύθο να τον περιτριγυρίζει από τα πρώτα του βήματα, ο Chet Baker ανήκει στην ομάδα των μουσικών που ο χρόνος που περνάει, ενισχύει ακόμα περισσότερο τη θετική εικόνα του κόσμου γι' αυτούς.

Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1929 στο Yale της Οκλαχόμα και εκτός από τρομπετίστας με επιρροές από τον Miles Davis, παράλληλα με τον τρόπο που χειριζόταν την τρομπέτα και τον γνωστό εθισμό του στα ναρκωτικά, ήταν και ένας χαρισματικός τραγουδιστής, που όμως δεν αξιοποιούσε συχνά αυτό το ταλέντο του.



Chet Baker by Cloud9Hunter




Ο Chet πέθανε στις 13 Μαΐου 1988, πέφτοντας από το παράθυρο του ξενοδοχείου όπου έμενε στην πόλη του Αμστερνταμ. Ηταν 58 ετών, αλλά είχε προλάβει να ηχογραφήσει μεγάλο σε αριθμό υλικό τραγουδιών, που βοήθησε στη συνέχεια να εκτιμηθεί το μέγεθος της αξίας του.

Σε ηλικία 10 ετών μετακομίζει με τους γονείς του στο Glendale της Καλιφόρνιας, μια μικρή πόλη όπου η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή των κατοίκων της.

Σε ηλικία 18 ετών επιστρέφει ύστερα από δύο χρόνια υπηρεσίας σε στρατιωτική μονάδα της Γερμανίας, όπου έπαιζε μουσική στη στρατιωτική μπάντα της μονάδας, και παράλληλα με τις μουσικές του σπουδές, τριγυρίζει στα διάφορα κλαμπ του Σαν Φρανσίσκο.

Εκεί θα γνωρίσει τον μεγάλο σαξοφωνίστα Charlie Parker, ο οποίος θα τον επιλέξει για την μπάντα του, που θα έκανε περιοδεία στην Καλιφόρνια εκείνη την εποχή. Λέγεται μάλιστα ότι τηλεφώνησε αμέσως στους φίλους του στη Νέα Υόρκη, Miles Davis και Dizzy Gillespie, λέγοντάς τους ότι υπάρχει εδώ ένας νεαρός λευκός τρομπετίστας που θα σας δημιουργήσει προβλήματα με το ταλέντο του.

Επειτα από λίγες εβδομάδες, ο Baker, που ήταν τότε 22 ετών και είχε παίξει, εκτός του Parker, και με τον Stan Getz, θα προσχωρήσει στο διάσημο κουαρτέτο ενός άλλου σαξοφωνίστα, του Gerry Mulligan, με το οποίο θα κάνει τις πρώτες του ηχογραφήσεις παίζοντας και τραγουδώντας.

Ανάμεσα στις ηχογραφήσεις του με το κουαρτέτο του Mulligan ήταν και το εκπληκτικό σόλο του στο My Funny Valentine, που θεωρείται το τραγούδι που προσδιορίζει το ταλέντο του.

Σύντομα η φυσική ομορφιά του προσώπου του προσελκύει τους παραγωγούς του Χόλιγουντ και εμφανίζεται στην ταινία Hell's Horizon, δίπλα στους John Ireland και Maria English.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του θα κερδίσει για τρεις συνεχόμενες χρονιές τα βραβεία του καλύτερου τρομπετίστα σε περιοδικά της τζαζ, όπως το «Downbeat» και το «Metronome» ξεπερνώντας στη λίστα ονόματα όπως οι Miles Davis, Clifford Brown και Dizzy Gillespie. Την ίδια περίοδο θα αρχίσει να τραγουδάει στις ηχογραφήσεις που έκανε για την εταιρεία Riverside, με τον Russ Freeman να τον συνοδεύει συχνά με το πιάνο του, και το 1955 θα είναι στην τέταρτη θέση του δημοψηφίσματος του περιοδικού «Downbeat» με τους καλύτερους τραγουδιστές, ισοψηφώντας με τον Nat King Cole.

Ταυτόχρονα όμως, σε μία περίοδο που πολλοί καλλιτέχνες απομακρύνονται από τα ναρκωτικά, αυτός λέει «ναι» στην ηρωίνη, γεγονός που θα επηρεάσει τη ζωή του στα επόμενα χρόνια.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '50, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '60 τα ναρκωτικά θα είναι η αιτία που θα οδηγήσουν ακόμα και στην απέλασή του από χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία, ενώ θα μείνει και για έναν χρόνο σε ιταλικές φυλακές, την ίδια δεκαετία.

Ιδιαίτερα στην περίοδο 1952-59 θα απασχολήσει τουλάχιστον 11 φορές το FBI με τη χρήση ναρκωτικών και τη συχνά παράξενη συμπεριφορά του, που τον οδηγούσε σε προβληματικές καταστάσεις. Το όμορφο, σχεδόν παιδικό πρόσωπό του σε συνδυασμό με τη δυναμική συμπεριφορά του ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό για τις γυναίκες που πίστευαν ότι είχε ανάγκη από μια γυναίκα-μητέρα και έπεφταν εύκολα θύματα του γοητευτικού του χαμόγελου, όπως άλλωστε όλοι όσοι ήταν στο περιβάλλον του.

Αδυναμία του, τα γρήγορα αυτοκίνητα, γεγονός που έκανε αρκετούς να τον παρομοιάζουν με τον James Dean της τζαζ.

Η πρώτη ερμηνεία του ήταν στο Thrill Is Gone, στο άλμπουμ του 1954 Chet Baker Sings.
Η ηχογράφηση του τραγουδιού έγινε στις 27 Οκτωβρίου του 1953 και τον συνοδεύει, μεταξύ άλλων, ο μόνιμος συνεργάτης του εκείνη την εποχή πιανίστας Russ Freeman.

Οπως και ο Miles Davis, ο οποίος ήταν το πρότυπό του, ο Chesney «Chet» Baker έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στην ευρωπαϊκή ήπειρο, που πάντα κατάφερνε να ξεχωρίζει τους σημαντικούς καλλιτέχνες από τον χώρο της τζαζ. Για πολλούς μάλιστα η ζωή του Baker είχε αρκετά κοινά σημεία με τη ζωή της Billie Holiday, για την οποία ηχογράφησε το 1965 το άλμπουμ Lady Day.

Εγινε αγαπημένος των διανοουμένων στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Μιλάνο, τη Ρώμη και όπου έμεινε, έστω για λίγους μήνες. Ο εθισμός του στην ηρωίνη και η αθώα ομορφιά του προσώπου του δημιούργησαν εύκολα τον μύθο του όμορφου τύπου, που γεννήθηκε για να είναι ο χαμένος της υπόθεσης.

Το 1964 θα επιστρέψει στην Αμερική, αλλά η ανάμειξή του σε μια φασαρία στο Σαν Φρανσίσκο, ενώ προσπαθούσε να προμηθευτεί ναρκωτικά, θα του κοστίσει δύο από τα μπροστινά του δόντια, τα οποία θα αργήσει αρκετά να αντικαταστήσει.

Αφού δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί την απήχηση που είχε στο κοινό στα πρώτα 10 χρόνια της καριέρας του από εμπορικής άποψης, κάτι που συνέβη άλλωστε στους περισσότερους από τους μεγάλους καλλιτέχνες της τζαζ, ο Baker έκανε εμφανίσεις σε Καλιφόρνια και Νέα Υόρκη για αρκετά χρόνια, ενώ παράλληλα ηχογραφούσε διάφορα άλμπουμ, κυρίως σε συναυλίες του.

Το 1978 αποφασίζει να επιστρέψει στην Ευρώπη και η φίλη του Diane Vavra αναλαμβάνει να τον βοηθάει στην προσωπική του ζωή και στη διοργάνωση των συναυλιών του.

Την περίοδο αυτή θα ηχογραφήσει αρκετά άλμπουμ, κυρίως για μικρές ευρωπαϊκές δισκογραφικές εταιρείες, αλλά παρά τη θετική αντιμετώπιση από τους κριτικούς, οι δίσκοι αυτοί θα απευθυνθούν σε περιορισμένο κοινό.

Το 1983 ο Elvis Costello, που ήταν φανατικός φίλος της μουσικής του, θα τον καλέσει να παίξει σαξόφωνο στο τραγούδι του Shipbuilding, που υπάρχει στο άλμπουμ Punch The Clock και ο Baker με τη σειρά του λίγο αργότερα θα ηχογραφήσει το Almost Blue, το οποίο θα χρησιμοποιήσει στη μουσική επένδυση του ντοκιμαντέρ Let's Get Lost, που είχε θέμα τη ζωή του.

Στις 13 Μαΐου του 1988, στις 3 τα ξημερώματα, θα βρεθεί νεκρός στον δρόμο, κάτω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου του στο Αμστερνταμ. Στο δωμάτιό του θα βρεθούν κοκαΐνη και ηρωίνη.

Το 2007 θα παιχθεί σε θέατρο του Λονδίνου το έργο Speedball, που βασίζεται στη ζωή του, ενώ το 1960 ο Robert Wagner ήταν πρωταγωνιστής στην ταινία του 1960 All The Fine Young Cannibals, στην οποία ο χαρακτήρας Chad Bixby θα πρέπει να αφορά τον Chet Baker.

Καλλιτεχνική φιγούρα, με πλούσιο δισκογραφικό έργο, κυρίως από τις κατά καιρούς συναυλίες του, ζωή βασανισμένη από πολλές απόψεις και ένα μεγάλο ταλέντο στην τρομπέτα, σε συνδυασμό μ' έναν μελαγχολικό τρόπο ερμηνείας στα τραγούδια, είναι ένα κράμα που κρατάει ζωντανό στη μνήμη μας τον Chet Baker για πάντα.

Άρθρο του Γιάννη Πετρίδη στην Ελευθεροτυπία 

 
Chet Baker by Frans Mandigers